Διακρίσεις του μπλογκ

1.Ποστ-αφιέρωμα από την Theorema.

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Αγαπημένο μου ημερολόγιο

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

πέρασα ένα πολύ όμορφο σαββατοκύριακο . Το πρωί του Σαββάτου ξυπνήσαμε , πλυθήκαμε , ντυθήκαμε και μπήκαμε στο αυτοκίνητο και φύγαμε . Μου αρέσει να πηγαίνω βόλτα με τ' αυτοκίνητο με τον μπαμπά και τη μαμά . Ο μπαμπάς έβαλε το ραδιόφωνο , για συντροφιά όπως είπε , αλλά είχε όλο κάτι μουσικές , αμάν πάλι απεργία είπε και άλλαξε σταθμό και βρήκε μια κυρία αγνή που τη λέγανε στρουμπούλη κι έλεγε κάτι ωραία παραμύθια αλλά ,πού στο διάλο πάει και τα βρίσκει,είπε και τσατίστηκε και χαμήλωσε τη φωνή και η αγνή κυρία δεν έλεγε πια παραμύθια αλλά μουρμούραγε , χωρίς να καταλαβαίνω τί λέει . Μετά άρχισαν να κουβεντιάζουν ο μπαμπάς και η μαμά . Πολύ μ' αρέσει όταν κουβεντιάζουν ο μπαμπάς και η μαμά όταν πηγαίνουμε βόλτα με τ' αυτοκίνητο . Είπανε για κάτι που το λένε κρίσι και που είναι πολύ κακό αλλά εμάς δε μας πιάνει, γιατί ο μπαμπάς μου είναι πολύ καλός , αλλά ξέρει κάτι άλλους ανθρώπους , που παλιά ήταν καλοί αλλά τώρα δεν ξέρω , γιατί ήρθε αυτό το κρίσι και τους πήρε όλα τα λεφτά και τώρα δεν έχουνε να φάνε . Αλλά καλά να πάθουνε , είπε ο μπαμπάς , γιατί παλιά τρώγανε με τέσσερις μασέλες κι αγοράζανε αυτοκίνητα και σπίτια πιο μεγάλα απ' τα δικά μας και τώρα τί θέλουνε δηλαδή; Κι είπαν και για κάτι καραγκιόζηδες , που εγώ δεν τους ήξερα αν και με πάνε πάντα στον καραγκιόζη όταν έρχεται στην πλατεία και που ο ένας έφτιαχνε σαμάρια και τον άλλον δε θυμάμαι τ' όνομά του αλλά μου θύμιζε τον θείο μου τον μελισσοκόμο , που 'έβαζε τις μέλισσές του σε κάτι κουτιά , που τα έλεγε κουβέλια . Κι είπαν και για έναν Μπένυ που πρέπει να ήταν ένας μεγάλος , κακός αρκούδος . Αλλά αν και λέγανε για τους καραγκιόζηδες , δε γελάγανε αλλά ήτανε τσατισμένοι . Και μετά είπανε για ένα παλληκάρι , που ήταν νέο και ωραίο και που δεν ήταν σαν αυτούς που λέει  η γιαγιά μου στο χωριό ότι δεν έχουν τσίπα απάνω τους , γιατί ήταν τόσο καλός που τον φωνάζαν τσίπα . Αλλά ο μπαμπάς μου είπε ότι μπορεί να ήταν νέος και ωραίος αλλά ήταν βλάκας κι έλεγε κουταμάρες κι η μαμά μου είπε ότι δεν έχεις δίκιο και μαλώσανε και η μαμά μου  κοίταγε έξω απ' το παράθυρο κι ο μπαμπάς μου έσμιξε τα φρύδια και κοίταγε μπροστά . Και μετά από λίγο η μαμά μου τον ρώτησε αν παρήγγειλε το καινούργιο αυτοκίνητο και ο μπαμπάς μου είπε χα , τεμενάδες μου κάνανε , ψοφάνε να πουλήσουνε και ποιος έχει φράγκα για να πάρει αυτοκίνητο σήμερα . Και μετά του είπε η μαμά μου ότι είδε ένα πολύ ωραίο φόρεμα , που έκανε τρακόσια ευρώ και ο μπαμπάς μου είπε ότι δεν είναι καιρός για έξοδα κι ότι θά 'ρθει αυτό το κρίσι και δε θά 'χουμε να φάμε . Και μετά είπανε για κάτι άλλους ανθρώπους , που ήταν μάλλον κακοί αλλά τους χρειαζόμαστε είπε ο μπαμπάς , γιατί δέρνουν και θα διώξουν κάτι άλλους κακούς , που ήρθαν χωρίς να τους καλέσουμε και είναι βρωμιάρηδες και όλο κλέβουν και θα μας κλέψουν και το ψωμί . Εμένα δε μ' ένοιαζε γιατί δε μ'αρέσει το ψωμί αλλά ο μπαμπάς  είπε ότι είναι τόσο κακοί που είναι μαύροι και καλά κάνουν οι άλλοι κακοί που τους δέρνουν και τους διώχνουν . Η μαμά μου του είπε ότι είναι τρελός και επικίνδυνος και μαλώσανε και κοίταγε πάλι η μαμά μου έξω απ΄το παράθυρο κι ο μπαμπάς μπροστά . Μετά φτάσαμε στην Αθήνα και μας περίμενε η φίλη του μπαμπά και της μαμάς , η κυρία Μαρία , και μας πήγε σ' ένα πολύ ωραίο μαγαζί να φάμε . Είχε κάτι ράφια με κονσέρβες αλλά ο μπαμπάς μου μου είπε πως δεν είναι για να τις φάμε αλλά για ομορφιά , και δεν είχε τραπεζομάντηλο σαν της μαμάς αλλά κάτι χαρτιά , σαν εκείνα που τυλίγει τις σαρδέλες ο κυρ-Βαγγέλης ο μπακάλης στο χωριό και είχε πολύ στιλ όπως είπε η μαμά μου . Φάγαμε παξιμάδια απ' την Κρήτη , τυρί από τη Μύκονο , λάδι απ' την Καλαμάτα , μαρούλια  από τη Θήβα , πατάτες από τη Νάξο και κρέας απ' το Βέλγιο αλλά δε φάγαμε τίποτα  απ' την Αθήνα . Και μετά ο μπαμπάς έκανε άααχ να πιούμε και κάνα καφέ αλλά πήρε τηλέφωνο ένας φίλος τους και πήγαμε όλοι μαζί να τον βρούμε κι ήτανε σ' ένα μέρος που το λέγαν πολυχώρο κι ήταν μια μικρή αυλή με τρία τραπέζια κι ήταν και καμιά δεκαριά άνθρωποι και πίνανε τσίπουρο κι ήταν κι ένας μ' ένα μπουζούκι κι ένας άλλος με μια κιθάρα και τραγουδήσαμε και χορέψαμε και περάσαμε πολύ ωραία . Μετά ο μπαμπάς μου μας πήρε και μας πήγε στο θέατρο και είδαμε ένα έργο πάρα πολύ ωραίο , ενός καλόγερου που το λέγαν φόνισσα . Ήτανε μια γιαγιά , ίδια με τη γιαγιά μου τη Βασίλω στο χωριό , που σκότωνε κάτι κοριτσάκια που είχαν κολλήσει μια αρρώστια που τη λέγαν πρίκα . Μου άρεσε πάρα πολύ και όταν βγήκαμε η μαμά μου είπε πως ήταν πολύ ωραία αλλά δεν της άρεσε εκείνος που φώναζε πολύ αλλά ο μπαμπάς μου είπε ότι αυτός του άρεσε γιατί τον ξύπναγε . Μετά πήγαμε στης θείας μου να κοιμηθούμε . Την άλλη μέρα ξυπνήσαμε για να πάμε στο μουσείο αλλά ο μπαμπάς βαριότανε και πήγαμε και ήπιαμε καφέ σ' ένα πολύ ωραίο μαγαζί και βλέπαμε την Ακρόπολη και ο μπαμπάς μου έλεγε αυτά είναι μεγαλεία ρε,πού να τα βρούμε αυτά εμείς εκεί κάτω . Και μετά μπήκαμε στ' αυτοκίνητο για να γυρίσουμε πίσω αλλά εγώ ήμουν πολύ κουρασμένη και κοιμήθηκα κι έτσι δεν ξέρω αν μαλώσανε κι αν κοιτάγανε έξω . Μετά όλο το απόγευμα έβλεπα παιδικά και μετά έφαγα , έπλυνα τα δόντια μου , φόρεσα τις πυτζάμες μου κι έπεσα για ύπνο .
Αγαπημένο μου ημερολόγιο , μακάρι να μην έρθει αυτό το κρίσι και μας πάρει τα λεφτά γιατί μ' αρέσει να πηγαίνω βόλτα με τον μπαμπά μου και τη μαμά μου .

Βασιλική.