Διακρίσεις του μπλογκ

1.Ποστ-αφιέρωμα από την Theorema.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Παραλλαγή




Ξύπνησα έντρομος,λουσμένος στον ιδρώτα.Τρεις μαντηλοδεμένες γριές μου ψιθύριζαν,με τη στριγγιά φωνή τους: «Φύγε!Δεν έχεις πια δουλειά εδώ.Δεν το βλέπεις;»
Σηκώθηκα αλαφιασμένος. Έτρεξα στον κήπο.Η λεμονιά μου με κοίταζε στέρφα και θλιμμένη.Χρόνια τώρα με πλημμύριζε στ’ άνθη και τα λεμόνια.Πόσο περήφανος ήμουν γι αυτή.Ποτέ δεν την κλάδεψα,δεν την σκάλισα,δεν την πότισα.Αλλά εκείνη συνέχιζε να μου δίνει τα δώρα της.Ώσπου μια μέρα άρχισε να μαραζώνει.Όσο μού ‘δινε καρπούς δεν έδινα σημασία.Κι ήρθε η στιγμή που απόκαμε.Σώθηκαν τα λεμόνια,πέσαν τα φύλλα ούτε μπουμπούκι δεν φούσκωνε.Τρόμαξα.Τη σκάλισα,την κλάδεψα,την πότισα.Εκείνη με κοίταζε θλιμμένη,άπραγη όπως τώρα.
Πλησίασα,την χάιδεψα,της είπα λόγια γλυκά ώσπου απόκαμα.Αποκαρδιωμένος,γύρισα την πλάτη,με ώμους σκυφτούς και πήρα να απομακρύνομαι.Κι όπως περπατούσα ένιωσα ξαφνικά να φεύγει η πνοή μου,να λιγώνει η ψυχή μου.Γύρισα να την κοιτάξω από μακρυά.Έκπληκτος είδα τα μπουμπούκια της να φουσκώνουν,τα φυλλαράκια της να θάλλουν,τα λεμονάκια της να γυαλίζουν.Κι όσο λίγωνε η ψυχή μου,τόσο εκείνη έθαλλε.
Με μια έκρηξη χαράς άρχισα να τρέχω προς το μέρος της.Κι όσο πλησίαζα κι έβρισκα την πνοή μου κι η ευτυχία πλημμύριζε τα σωθικά μου τόσο τα φυλλαράκια της μαραίνονταν,τα λεμονάκια της σκουλίκιαζαν,τ’ ανθάκια της χάνονταν.Όταν πια έφτασα δίπλα της με κοίταζε πάλι άπραγη και θλιμμένη.
Απελπισμένος έπεσα στα γόνατα.Οι τρεις γριές άρχισαν πάλι να με τριγυρίζουν με τον στριγγό ψίθυρό τους «Φύγε!Δεν έχεις πια δουλειά εδώ.Δεν το βλέπεις ότι της κάνεις κακό;Είναι αργά πια για χαϊδέματα και περιποιήσεις.Δεν τά ‘κανες όταν έπρεπε.Τώρα μόνον αν φύγεις χαρίζοντας της την ψυχή σου,την ίδια σου την πνοή,θα την ξαναφέρεις στη ζωή».

Οργισμένος,πετάχτηκα πάνω,τις έδιωξα με σπρωξιές και με μια απελπισμένη κίνηση αγκάλιασα σφιχτά τον κορμό της.Ένιωσα ένα αγκάθι να μπήγεται στο στήθος μου.Δεν μ΄ένιαξε και συνέχισα να την αγκαλιάζω σφιχτά.Και-τι ομορφιά!- τα μάτια της άρχισαν να φουσκώνουν,να πετάνε κλαράκια,τα κλαράκια να βγάζουν φύλλα και άνθη,τα άνθη να δένουν σε καρπούς κι όσο η ζωή έφευγε από μέσα μου,τόσο αυτή μεγάλωνε,ομόρφαινε,στολίζονταν.Ήμουν τ’ αηδόνι της κι ήταν το ρόδο μου. «Θε μου» σκέφτηκα «τι όμορφο πράγμα ο έρωτας!Και πόσο απλό.Όσο η ζωή.»