Διακρίσεις του μπλογκ

1.Ποστ-αφιέρωμα από την Theorema.

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Οι καλύβες



Καλοκαίρι 1966.Κόντευε να τελειώσει ο μήνας Ιούνιος και το θέμα του παραθερισμού –έτσι λέγαν τότε τις διακοπές- συζητιόταν για τα καλά στην οικογένεια.
Εμείς τα παιδιά μες στην αγωνία μπας ματαιωθεί η επιθυμία του πατέρα και η δική μας από την,κάθε χρόνο ίδια,γκρίνια της μάνας. « Τί τα θέλετε μωρέ να πάτε στη θάλασσα;Όρεξη έχετε να μπουρίζετε στους άμμους του Μπιρμπίλη;!» ήταν το επιχείρημά της – ίδιο κάθε χρόνο.
Βέβαια είχε και τα δίκια της,το ξεσήκωμα ήταν μεγάλο.Ρούχα,αλλαξιές,σεντόνια,κουβέρτες,κρεβάτια,κατσαρολικά έπρεπε όλα να μαζευτούν.Και καλά αυτό.Πώς φορτώνεις ένα ολόκληρο νοικοκυριό,για μια οικογένεια με τρία παιδιά,σ’ ένα άλογο;Μαζί δε και γίδες,γουρούνι,κότες-όχι αυτές δεν κάνανε διακοπές,μένανε στο χωριό να τις προσέχει η γιαγιά.
Ο Πατέρας εκείνη τη χρονιά είχε μια ιδέα : «Γυναίκα» λέει «φέτος θα σε απαλλάξω απ΄ τα δύσκολα.Θα ψάξω να βρω τον Λια τον Στραβολαίμη.Θα μας φορτώσει στην καρότσα και θα πάμε μια χαρά.» Ο Λιας ο Στραβολαίμης ήταν ένας ψηλός μαυριδερός,γύρω στα τριανταπέντε –έτσι τον έβλεπα εγώ τότε- από το διπλανό χωριό,που διέθετε τροχοφόρο με καρότσα.
Τώρα θα μου πεις «Στραβολαίμης»;Δεν είχε όνομα ο χριστιανός;Είχε,Μπίτζας λεγόταν,αλλά έλα που έγερνε ο λαιμός μαζί με το κεφάλι του, λες κι έκανε μόνιμα πλάγια υπόκλιση!Τώρα δεξιά ή αριστερά θα σας γελάσω,δεν θυμάμαι καλά.
«Θύμιε» του λέει ο Λιας «δεν μπορώ αύριο.Μεθαύριο όμως μπορώ να σας ξεκουβαλήσω.» Ε ρε χαρά!Τι είναι μια μέρα αναμονής μπροστά στις είκοσι μέρες,που θα φτιάχναμε την καλύβα μας,μαζί με άλλους εξήντα εβδομήντα χωριανούς,στη θάλασσα;Βέβαια δεν το δείχναμε και πολύ,μπας και νομίσουν ότι στο μυαλό μας ήτανε μόνο η καλοπέραση και το αραλίκι.Οι αρχές της οικογένειας ήταν εργασία και χαρά κι εμείς,ως καλά και φιλότιμα παιδιά,θέλαμε να κρατήσουμε χαρακτήρα : «Να μωρέ,κι αν δεν πάμε δεν χάλασε κι ο κόσμος,αλλά αφού τώρα το κανόνισε και με τον άνθρωπο ο πατέρας...»
Έτσι η μάνα,από την επομένη,άρχιζε τις ετοιμασίες.Δυο μεγάλες κοφίνες με τα ρουχικά,σεντόνια,μαξιλάρια,κλύφια,πετσέτες στη μία,τις αλλαξιές στην άλλη-δεν είχαμε και πολλά τότε,δυο τσιτάκια πλύνε-βάλε ο καθένας κι αυτά ραμμένα από τα χεράκια της μάνας.Βέβαια!Ήταν και μοδιστρούλα η μάνα,έραβε ρομπίτσες για ‘κείνην , φουστανάκια για μας, πάντα το ίδιο σχέδιο,σουρίτσα στη μέση,με δυο τσεπούλες και δυο ζωνάκια στο πλάι,που δέναν πίσω κόμπο.Χρωματάκια όμορφα,με λουλουδάκια ροζ και σιελ και από κάτω παπουτσάκια,που κάποιες φορές ήταν χειμωνιάτικα.Τα κόβαμε μπροστά και πίσω,στιλ ξώφτερνου,και τα κάναμε πεδιλάκια παντός καιρού.Ακόμα και μαγιό μας έραβε η μάνα.Γαλάζιο καρουδάκι της αδελφής μου,ίδιο σε μένα,με τη διαφορά ότι στη μέση γύρω γύρω είχε βολανάκι ροζ-πουά,από πανάκι πού ‘χε περισσέψει από τη ρόμπα της γειτόνισσας,της κυρα-Μαρίας της Θοδωράκαινας.
Τα τσίτια και ό,τι υφάσματα έραβαν τα αγόραζαν ημέρα Πέμπτη.Ήταν η μέρα που κατέφθανε ο μπαρμπα-Χρήστος,πραματευτής φοβερός,χονδρός και κοτσονάτος , φορτωμένος όλη την πραμάτεια του σ’ ένα μεγάλο σεντόνι,δεμένο με δυο μεγάλους κόμπους,στην πλάτη και αργότερα φορτωμένα στο τρίκυκλο-είχε βλέπεις φτάσει και η τεχνολογία στα μέρη μας.
Κάτω,λοιπόν,απ΄τον μεγάλο πλάτανο με τη βρύση,απένατι από το σπίτι μας,δίπλα στο εκκλησάκι του Μάη-Θανάση,που είχε κτίσει ο πατέρας μου-βοήθειά του- με δυο φίλους του –τον Θανάση τον Καρύδη και τον Χριστόφιλο τον κουμπάρο- ο μπάρμπα-Χρήστος άπλωνε την πολύτιμη πραμάτεια του.Δεν ήταν βέβαια και του Τσαντίλη αλλά στα μάτια μου τα τσίτια,οι πουπλίνες-μέχρι οργάντζα έφερνε τα τελευταία χρόνια- φάνταζαν πολύτιμα και μαγικά.Πιο πολύ μου άρεσαν τα υφάσματα για σεντόνια,κάτι ρίγες μακριές,μπλε,κόκκινες,πράσινες,όλα του κόσμου τα χρώματα.
Γυναίκες μαζεύονταν απ’ όλη τη γειτονιά,άλλη να κόψει έξι εφτά πήχες για σεντόνια,άλλη να φτιάξει καμμιά φουστόμπλουζα. «Όλο και κάτι θα μας τύχει,να μην έχουμε να βάλουμε κάτι απάνω μας να ξεντροπιατούμε;» έλεγε η Γιώργαινα η Γκρου,αλλά κι η θεια η Γωγώ η Καρύδαινα όλο χασέδες γι ασπροκέντια έπαιρνε , νοικοκυρά από τις λίγες ήτανε και να λέει η μάνα μου «πέντε χέρια την ξεπλένει την μπουγάδα της,να εδώ μπροστά στη βρύση,εμένα θα μου πεις;!»
Χρυσές δουλειές,που λες,ο μπαρμπα-Χρήστος,γέμιζε ένα κουτί φραγκοδίφραγκα,γιατί άλλο,σου λέει,να πουλάς τοις μετρητοίς κι άλλο επί πιστώσει.Δεν έχεις δει εκείνο το κάδρο με τον χοντρό,φεγγαροπρόσωπο,τούρλα η κοιλιά και δίπλα τον σαφρακιασμένο,μαυριδερό,χωμένο στα χαρτιά,όλο αγωνία στη μούρη , που γράφει από κάτω : «Ο πωλών τοις μετρητοίς,ο πωλών επί πιστώσει»;
Στο μαγαζάκι του αρμένη του Ναχαμπετιάν το είχα δει αυτό το ωραίο κάδρο για πρώτη φορά.Μπαχαμπέτη τον λέγανε στο χωριό,από τότε που ήρθε με τη γυναίκα του-μια ψηλή,ξερακιανή,λιπόσαρκη,γλυκειά γυναίκα-μετανάστες,ποιος ξέρει από πού.Του άλλαξαν πατρίδα,του άλλαξαν και όνομα του δύστυχου,με την γαμψή μύτη και τα γυαλιστερά μαύρα μαλλιά γιατί,σου λέει,τί όνομα είν’ αυτό το «Ναχαμπετιάν;»Ομπρέλες διόρθωνε,παπούτσια μπάλωνε,ψεκαστήρες ξεβούλωνε,κάνα ρολόι ρύθμιζε και ζούσε,αλλά το κάδρο φάτσα κάρτα στο μαγαζάκι του μόλις έμπαινες.Τώρα αν του έδιναν για πληρωμή κάνα μισοκαδιάρικο μπουκάλι λάδι,τίποτε αυγά ή κάνα μισοκάρβελο ψωμί δεν έλεγε όχι.

Πέμπτη,που λες,ο μπαρμπα-Χρήστος,Παρασκευή ο Πολύφτηνος.Δεν είχε όνομα,σκέτο Πολύφτηνος.Μαυρογκάγκανος,καμπούρης,άλλος πραματευτής φοβερός,με κάτι κιτρινισμένα δάχτυλα που μύριζαν κάτι σαν νέφτι,με δυο καρέκλες-του σκηνοθέτη τις λέμε σήμερα-περασμένες λοξά στο ένα του χέρι και στο άλλο μια μεγάλη τσάντα με κρεμάστρες , κουβαρίστρες , ραφτικά , τσατσάρες , τσιμπιδάκια , κουμπιά,μανταλάκια,ναφθαλίνη για το σκώρο,λουλάκι για τη μπουγάδα κι όλου του κόσμου τα καλά.
«Ο Πολύφτηνοοος!Καλά κάνω και πουλάω φτηνάάά!» διαλαλούσε κάθε λίγο και λιγάκι,την Παρασκευή,ντάλα η ζέστη,με τον ιδρώτα γυαλιζοκοπάει στη σταφιδιασμένη μούρη του.Στον πλάτανο από κάτω κι αυτός,ξεπέζευε και πουλούσε,μαζί μ’ άλλους γυρολόγους καρπουζάδες,γανωματήδες,που κατά καιρούς κατέφθαναν.
Όλος ο κόσμος μας το πλάτωμα κάτω από το τεράστιο αυτό δέντρο με τη βρύση του,η γειτονιά μας,η αλάνα μας,η παιδική χαρά μας,το παζάρι μας,το πλυσταριό της Κάτω Ρούγας.Όλο το καλοκαίρι,από το μεσημέρι και μετά,καμμιά δεκαπενταριά κουτσούβελα,αλλά και μεγαλύτερα,κλασσικά ξυπόλυτα,με σημαδεμένες,τ΄αγόρια, τις ξουρισμένες κεφάλες τους,μπαταρισμένα γόνατα γεμάτα καφέ κακάδια,μισοφαγωμένα μαυριδερά νύχια,πιλαλούσαμε και χαλούσαμε τον κόσμο,πότε με τα καρέλια πάνω κάτω,πότε με αμπάριζα και φτουξελευτερία. Διάλειμμα για μια φέτα ψωμί ζυμωτό,άλλος βρεγμένη κι από πάνω ζάχαρη,άλλος με λάδι και ζάχαρη,άλλος με πελτέ-«Χριστός και Παναγία!Αίματα τρώει καλέ ‘φτούνο;!»-άλλος με λάδι,ξύδι,αλατάκι,ριγανίτσα-το καλύτερό μου- και πάλι ντου για παιχνίδι.
Από την αρχή του Ιουλίου μέχρι του Άι Λιος αραίωνε ο κακός χαμός λόγω θάλασσας και ο πλάτανος δρόσιζε μόνο τις γριές,που ήταν γερές και μένανε στο χωριό να φυλάνε τα σπίτια και τις κότες.Τις άλλες,τις παθημένες,τις παίρνανε στη θάλασσα,μαζί με όλη την οικοσκευή,για να κάνουνε τα περίφημα αμμόλουτρα. «Η γρια Παναγούλα η Κορμακίτσα,μέχρι την Ικαρία την έφτασε ο άντρας της,κι εμείς που έχουμε τη θάλασσα στα πόδια μας-τι είναι δυο ώρες δρόμος-να μην κάνουμε τη θεραπή μας;»
Νά ‘μαστε,λοιπόν,την παραμονή της αναχώρησής μας για τη θάλασσα,να μπουγαδιάζουμε τα ρουχικά,που θα παίρναμε μαζί μας. «Τι;!Θα τα πάρουμε βρώμικα, να φρίξουν οι καλύβες;!» έλεγε η μάνα.
«Ρε γυναίκα,φτιάξε και κάνα παξιμαδάκι να ροκανάμε το πρωί στο κυμοθάλασσο με τον καφέ!» έλεγε ο πατέρας και η μάνα τον κοίταζε με μισό μάτι.
«Ναι,δεν με φτάνει το ζύμωμα και το φούρνισμα μες στη ντάλα ζέστη,θέλεις και παξιμαδάκια!» Βλέπεις έπρεπε να κουβαλήσουμε και το ψωμί της εβδομάδας.Έξι καρβέλια ζύμωνε και φούρνιζε η μάνα ,συν την κουλούρα , συν ένα ταψί μπριάμ ή γεμιστά.
Την κοφίνα,λοιπόν,με τα ψωμιά , τη σακούλα με τις χυλοπίτες ,την άλλη τη μικρότερη με τον τραχανά, τα κηπευτικά , ντομάτες , πιπεριές , τα κατσαρολικά ,τα κρεβάτια , τα ρουχικά , τους μεγάλους μουσαμάδες για να φτιάξουμε την καλύβα , μαζί με τα ξύλα και τα καλάμια , όλα ανάκατα στην πράσινη καρότσα του Λια του Στραβολαίμη και τ΄όνειρο ξεκινούσε την πορεία του.Δυο ώρες με τα πόδια και το άλογο,μιάμισυ ώρα με του Λια το τροχοφόρο.Όσο να πεις , μεγάλη διαφορά και ξεκούραστα.Διότι ο Λιας ήξερε καλά να κουμαντάρει εκείνο το πράμα,που είχε δυο μακρυά χερούλια κι ανάμεσά τους άλλα δυο κοντύτερα μπραχάλια-«ταχύτητες» τα έλεγε- και κάτι άλλα μαραφέτια, που τα κουμαντάριζε όλα τούτα ο Θεός κι η ψυχή του!Όταν έβρισκε λίγο ζόρι στην ανηφόρα-ήταν και παραφορτωμένος βλέπεις- κοντοστεκότανε,τράβαγε κάποιο από ΄κείνα τα μαραφέτια,η μηχανή μούγκριζε κι εμείς κάνοντας τους σοβαρούς-ξέραμε απ’αυτά τα πράματα,έτσι κάνουν οι μηχανές,σου λέει-κρατούσαμε με τα χίλια ζόρια την κοιλιά μας,να μην σκάσουμς στα γέλια.
Ανηφόρες , κατηφόρες, σ΄όλο το μήκος του χωματόδρομου, ο «Τσεπάς» , όπως τον έλεγε η μάνα , έβγαζε ξαστεροπρόσωπο τον Λια, που κοιτούσε σοβαρός μπροστά του- η ταχύτης δεν του επέτρεπε κουβέντες με τον πατέρα,που καθόταν δίπλα του και σχολίαζε τα χωράφια με τις ελιές,που παραχωρούσαν τη θέση τους στις συκιές,τις σταφίδες και παρακάτω τα χωράφια με τα μποστάνια και τα τριφύλλια – αποχρώσεις του πράσινου σ΄όλο τους το μεγαλείο. «Μεγάλη επιτυχία το μποστάνι του Κοκώνη» έκρινε ο πατέρας «σαν κοτρώνες σπαρμένα τα καρπούζια.Και οι σταφίδες του Λάμπρου άρχισαν να παρδαλαίνουν,νωρίς θα βάλουμε φέτος για τρύγο».
Ο μπουχός,που άφηνε η καρότσα,άσπριζε ό,τι αφήναμε πίσω μας, σύννεφο σκόνη μέχρι που βγαίναμε στη δημοσιά.Εδώ τ΄αστεία τέλειωναν.Τα σχόλια και τα χαχανιτά έπαιρναν τέλος.Εδώ τ΄αυτοκίνητα έτρεχαν με τεράστια ταχύτητα κι εμείς «έπρεπε να προσέχουμε πολύ» έλεγε ο πατέρας «δεν είναι παίξε γέλασε!» Άντε ένα κομμάτι ήταν αυτό,κάνα χιλιόμετρο και μετά κατεβαίναμε πάλι στον χωματόδρομο. Ουφ!Χωραφάκια και πάλι χωραφάκια!Κάνα δεκάλεπτο ο φιδίσιος χωματόδρομος, ανάμεσα στα τριφύλλια-που τα πότιζαν κάτι βροχές που γύριζαν μόνο πάνω απ’ αυτά,για δες,και καμμιά φορά κατάβρεχαν κι εμάς για λίγο-και μετά η τελευταία ανηφορίτσα πριν τη θάλασσα.
Στο πλάι μας,από την αριστερή πλευρά,το ποτάμι με τις ιτιές,τις λυγαριές και τις δάφνες άσπρες , ροζ , κίτρινες και πιο πίσω,σ΄ένα μικρό λοφάκι,ένα μεγάλο πέτρινο σπίτι- η βίλλα του Κουμουντούρου το έλεγαν- μισοχωμένο ανάμεσα σε κάτι πανύψηλες κουκουναριές.Λίγο παρακάτω το σπιτάκι της Πότας της Αγγουρούς-το εξοχικό της. Το κανονικό της ήταν ένα άλλο καλύβι,στο χωριό,απέναντι απ΄το δικό μας.
Μια μικρή ευθεία,πάλι με λίγες ελιές,πορτοκαλιές και μποστάνια,κάνα δυο σπιτάκια με τεράστιες μουριές στις αυλές τους,γεμάτες γύρω γύρω ασπρισμένους ντενεκέδες με βασιλικούς,γεράνια,το λειρί του κόκκορα,με τον δρόμο πάντα καταβρεγμένο να γλιτώνουνε τον πολύ μπουχό,που σηκωνότανε από το πέρα δώθε των παραθεριστών και στο τέλος,αριστερά,το μαγαζάκι του Μπιρμπίλη,με το πηγάδι και την Πίπω να φωνάζει, στις πεντέξι μαζεμένες γυναίκες,να μην γεμίζουν παραπάνω από δυο στάμνες νερό η κάθε μία , γιατί πηγάδι είναι και πόσο θ΄αντέξει,τι το κάνουν τόσο νερό,κοτζάμ θάλασσα είχανε δίπλα τους.Βλέπεις ήταν αφεντικό στο καφεπαντοπωλείο-και με πολλές άλλες υπηρεσίες-μαγαζάκι,πλίθινο αλλά πάντα ασπρισμένο και με πολλά λουλούδια ολόγυρα : «Ο Ωραίος Μπιρμπίλης».[...]

Της Μαρίας Αγγελοπούλου