Διακρίσεις του μπλογκ

1.Ποστ-αφιέρωμα από την Theorema.

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Εορταστικόν

[Ξημέρωμα στον Υμηττό 30/12/2012]

-Μα τι να πα' να κάνουμε στο κέντρο;
-Μέρες που είναι , να κάνουμε μια βόλτα στα μαγαζιά.
-Μα αφού δεν έχουμε λεφτά . Εκτός αν εννοείς εκείνα τα 200 ευρώ που έχουμε στην άκρη και...
-Αυτά να τα ξεχάσεις . Γενάρης έρχεται , με νοίκια και λογαριασμούς και ένας θεός ξέρει τί καινούργια χαράτσια θα βρουν να μας κοπανήσουν στο κεφάλι . Απλώς θα κατέβουμε την Ερμού , θα την ξανανέβουμε , να δούμε κόσμο , λαμπιόνια , βιτρίνες και , πού ξέρεις, μπορεί να κάτσουμε να πιούμε κι έναν καφέ . Δέκα ευρώ χαλάλι μας , γιορτάδες είναι .
-Μμμ .  Σαν καλό μου ακούγεται . Κι αν μας πάρει κι η ώρα μπορεί και να κάτσουμε να τσιμπήσουμε τίποτα.
-Ούτε να το διανοηθείς ! Φαΐ έχει σπίτι.

(Χάπι νιου γίαρ.)



Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Παραλήρημα



Μόνος . Πληκτρολόγιο,οθόνη . Ανάβω τσιγάρο . Ο Κανέλλης . Ο Δένδιας . "ΕΣΑ Ες Ες ανθρωπιστές" . Οι ενδημούντες πίθηκοι κατέβηκαν από τα δέντρα και διεκδικούν τον χώρο μου . Να τους μιλήσω . Ναι αλλά σε ποια γλώσσα; Να τους βρίσω . Μπα . Αυτοί δέρνουν,εγώ δεν . Πίνω καφέ,ρουφάω τζούρα απ' το τσιγάρο . Απ' το παράθυρο ο Ταΰγετος μου γνέφει απειλητικός,συννεφιασμένος . Να πάω για τσίπουρο . Πάλι; Άσε,δε γουστάρω . Ο Μόρσι . Ο Μόντι . Η λωρίδα της Γάζας . Παντού τα ίδια . Βάζω ασυναίσθητα το χέρι στην τσέπη . Λεφτά . Η χαρά στα δόντια . Η δόση της εφορίας . Τά 'βαλα εκεί μην δω κάνα βιβλίο,κάνα τραγούδι και ξεγελαστώ και τα φάω . Ας πάω φέισμπουκ να πω εξυπνάδες,να κάνω λάικ . Νέκρα κι εκεί . Τα ίδια . Οι φίλοι κερνάνε e-τσίπουρα . Καλά είναι κι αυτά . Και δεν πειράζουν και το συκώτι . Ας διαβάσω ένα βιβλίο . Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ . Τα τέλη κυκλοφορίας . Η ΔΕΗ .Το ασφαλιστικό ταμείο . Τι διάβαζα; Α ναι . Άστο καλύτερα . Ο Ταΰγετος βυθίζεται στο σκοτάδι . Να πάω για γκόμενες . Εντάξει,λέμε και καμιά μαλακία . Να φάω . Ψωμοτύρι. Όχι,όχι . Θα φτιάξω μαρουλοσαλάτα με βινεγκρέτ . Θα το κάψω απόψε . Μπορεί να βάλω και μισό ποτήρι κρασί . Από 'κείνο το μπρούσκο , απ' το χωριό . Ε ρε μεγαλεία . Και μετά στο κρεβατάκι μου . Δεν κάνει και πολύ κρύο . Άμα σκεπαστείς καλά . Κλαίγεσαι φίλε . Η σύντροφος , οι κόρες , οι φίλοι . Για ποιο κρύο μιλάς; Κοιτώ το κομμένο μαρούλι . Αααχ , πέρυσι έφτιαχνα μηλόπιτες , φέτος μαρουλοσαλάτες . Έλα , πιες το κρασάκι σου . Κι αύριο μέρα είναι . Έχει ανθρώπους εκεί έξω . Και πίθηκους .

 (Εκείνη η επανάσταση αργεί , ε;)



(Καλά , τι διαβάζει ο άνθρωπος;!)

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Ερωτήσεις.

Όχι.Ο Δεκέμβρης δεν ήταν απάντηση.Ήταν όντως ερώτηση.Ακόμα αναπάντητη. Του Αγίου Νικολάου σήμερα-μεγάλη η χάρη του.Βοήθειά μας.

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Περί μορίων και πόρων

Είδα ότι ο Βιβλιοθηκάριος και οι Αφιερώσεις Συγγραφέων γιορτάζουν τις εκατό πρώτες αναρτήσεις και για να το γιορτάσουν προσκάλεσαν ιστολόγους να γράψουν κάτι σχετικό.Επειδή δεν με προσκάλεσαν επισήμως-με αίτηση,χαρτόσημο,αριθμό πρωτοκόλλου κλπ-είπα να κακιώσω.Αλλά στη ζωή μου ποτέ δεν κατάφερα να κρατήσω κακίες,παρόλες τις φιλότιμες προσπάθειές μου.Πόσω μάλλον e-κακίες.Χάσιμο χρόνου.

Η αλήθεια είναι ότι προς στιγμήν ανακουφίστηκα,δεδομένου ότι μ' έχει πιάσει οξεία τεμπελίτιδα τελευταία.Αλλά μετά θυμήθηκα την ιστορία μιας αφιέρωσης που μου έγινε,η οποία είναι λίγο ανορθόδοξη.Και είπα να μην πάει χαμένη.

Έχω ξαναμιλήσει για την λαμπρή πορεία μου στην ποίηση.Τα πολύτιμα εκείνα πονήματά μου,λοιπόν,είχα φροντίσει να τα συγκεντρώσω και να τα καθαρογράψω σ΄ένα μεγάλο τετράδιο,σαν αυτά που χρησιμοποιούσαν οι μπακάληδες για τα βερεσέδια και τώρα τα χρησιμοποιούν τα συνεργεία για τα εισερχόμενα αυτοκίνητα.Άνευ τίτλου,βεβαίως.Αυτόν θα τον συναποφάσιζα με τον εκδότη (τον Ίκαρο πχ).

Μοιραία,το τετράδιο αυτό έγινε αντικείμενο δανεισμού σε επιλεγμένα χέρια.Διότι,πως να το κάνουμε,ποίηση που δεν μοιράζεται,δεν είναι ποίηση.Και έπρεπε και να συνεκτιμήσω και την γνώμη του κοινού.Μία αγαπημένη φίλη,λοιπόν,μαγεύτηκε τόσο πολύ,ώστε πήρε την πρωτοβουλία κι έγραψε στην δεύτερη σελίδα,ψηλά,με πεζά,ευανάγνωστα,μεγάλα γράμματα: " άνευ ορίων,άνευ όρων " . Εκείνο το βράδυ από 1,65m έγινα 1,69m.

Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου,το τετράδιο κατέληξε στα χέρια του ποιητή φίλου μου,που αναφέρω στην λινκαρισμένη ανάρτηση.Μόλις το πήρα πίσω,ανακάλυψα,πέραν των άλλων σχολιασμών,ότι στη δεύτερη σελίδα,με διαφορετικό χρώμα μελάνι και διαφορετικό-βεβαίως-γραφικό    χαρακτήρα,είχαν προστεθεί δύο γραμματάκια.Ένα "μ" πριν το "ορίων" κι ένα "π" πριν το "όρων" .

Πήρα τη μεζούρα και μετρήθηκα.Ήμουν 1,65m.Από τότε διατηρώ το ύψος μου (αν εξαιρέσει κανείς την ταυτότητά μου,η οποία αναφέρει "ύψος 1,76",δεδομένου ότι η αστυνομική υπάλληλος μέτρησε το ηθικό μάλλον παρά το φυσικό μου ύψος).



Αν προλάβω,θα συμπληρώσω τον κατάλογο των συμμετεχόντων στο αφιέρωμα αν και , απ' ότι βλέπω , αυγαταίνει διαρκώς.

Για να δούμε λοιπόν.Κόπι πέιστ από το μπλογκ των αφιερώσεων:


- "Αφιερώσεις" από την "Αναγεννημένη"
- "Το σπίτι με τις ροδιές" από τα "Χαμένα Επεισόδια"
- "Χειρόγραφες αφιερώσεις στα βιβλία της συλλογής μου: για τις αφιερώσεις του Βιβλιοθηκάριου αφιερωμένο εξαιρετικά!" από το "Καγκουρώ"
- "Αφιερώσεις σε βιβλία" από το "Φαούδι"
- "In memoriam... και μια αφιέρωση σε ένα μελλοντικό βιβλίο" από τις "Rubies and Clouds"
- "Αφιερωμένο στις "Αφιερώσεις" " από το "From Information scientists... and others"
- "Προσκλητήριο ενθυμήσεων και σιωπητήριο λόγου" από τους "Κυνοκέφαλους"
- "Βιβλικό τάμα" από το "Εξεγερμένο το 2009"
- "Αφιερώσεις" από το "Ερυθρό Καγκουρώ"
- "Υστερόγραφο σε εκατό αντίτυπα" από τον "Τσαλαπετεινό"
- "Αφιερώνοντας στην... fun-μίλια" από την "Greek libraries in a new world"
- "Αφιερωμένο εξαιρετικά" από το "The three wishes's weblog"
- "Η αφιέρωση" από το "Σημειωματάριο"
- "Αφιέρωση σε βιβλίο" από τη "Roadartist... in athens!
- "Επιστρέφοντας σε αυτά που δεν αφήσαμε πίσω" από τον "Βιβλιοθηκάριο"
- "Χαϊκού αφιερώσεις" από τον SilentCrossing 
- "Με αγάπη, με εκτίμηση, με τιμή, με συμπάθεια, με φιλία με αφοσίωση με ευλάβια... στον... στην... στους..." από την "Anna-Silia"


Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Απορίες



-Σ' αγαπώ.
-Ναι μωρό μου
-Σ' αγαπώ.
-Έλα τώρα!Τι σ' έπιασε;
-Σ' αγαπώ.
-ΟΚ. Εντάξει. Δεν είναι μαγευτική η θέα;
-Σ' αγαπώ.
-...
-Μα τόσο δύσκολο είναι να πεις "κι εγώ σ' αγαπώ";



Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

R.I.P.

"...Είναι προφανές ότι ο Έλλινγκτον έφερε σ' αυτόν τον τρόπο να φτιάχνεις μουσική κάτι περισσότερο από την γνωστή του αποστροφή στον σχεδιασμό και την προετοιμασία.Έφερε μια φυσική και αυξανόμενη διάθεση για ανάμειξη διαφορετικών ήχων και χρωμάτων, μια διάθεση να οδηγηθεί η αρμονία στα όρια του φάλτσου , μια τάση να σπάσουν οι κανόνες και μια μεγάλη αυτοπεποίθηση για τις ανορθόδοξες πρακτικές λύσεις που έδινε , εφόσον στον ίδιο "ακούγονταν σωστές". Έφερε επίσης μια τονική αίσθηση , που συχνά την έχουν συγκρίνει -και ο Collier το κάνει- με τα χρώματα των ζωγράφων , αλλά πιστεύω ότι μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα σαν μια αίσθηση σόου. Ο Έλλινγκτον , ένας απτόητος συνθέτης προγραμματικής μουσικής , δεν φαίνεται να σκεφτόταν με χρώματα , τα οποία δεν εμφανίζονται σχεδόν ποτέ στους τίτλους των δίσκων (εκτός από τα μη εικονικά "μαύρο" και "μπλε") αλλά αντλούσε από  "μια εμπειρία των αισθήσεων , μια μνήμη του σώματος" , όπως το "Harlem Airshaft"ή το "Daybreak Express" . Από μια ψυχολογική διάθεση , όπως το "Mood Indigo" ή το  "Solitude". Ή από αισθηματικές ιστορίες , σαν αυτές που προτιμούσαν οι παραδοσιακοί χορογράφοι , όπως το "Black and Tan Fantasy" ή πολλά από τα πιο μεγάλα κομμάτια του....

...Επιπλέον είναι αναντίρρητο ότι αυτός ο μουσικός ιμπρεσιονισμός , που θύμιζε Ντεμπυσύ σε κλασικής παιδείας ακροατές, και η πάντοτε λαμπρή φόρμα των τρίλεπτων ηχογραφημένων κομματιών ορχήστρας -όταν ξεπερνούν τα τρία λεπτά έχουν την τάση να "κρεμάνε" ή να παραπαίουν- ανήκουν αποκλειστικά στον Έλλινγκτον.

...Από την άλλη , ο Έλλινγκτον τρεφόταν από τους μουσικούς του , όχι μόνο επειδή έπαιρνε από αυτούς ιδέες και μελωδίες , αλλά και γιατί οι δικές τους φωνές ήταν που έφτιαχναν την δική του. Στάθηκε βέβαια τυχερός στην εποχή του . Οι μουσικοί , όντας ως επί το πλείστον μη καταρτισμένοι καθώς και πολύ ανταγωνιστικοί , ανέπτυσσαν τις δικές τους προσωπικές φωνές , γεγονός που επέτρεπε τους πιο συναρπαστικούς και πρωτότυπους συνδυασμούς ... "

Eric Hobsbawm , Ξεχωριστοί Άνθρωποι , Αντίσταση,Εξέγερση και Τζαζ  ΘΕΜΕΛΙΟ 
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ Κεφ.21 "Ο ΔΟΥΚΑΣ" σελ. 346-348 μεταφρ.Παρασκευάς Ματαλάς


Επειδή όταν είσαι ιστορικός εξετάζεις -και αν μπορείς βιώνεις- όλο το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας


.

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ηλίθιος

Μπαίνω στο fb.Ετοιμάζομαι να πω την υπέρτατη εξυπνάδα.Κι όπως σφίγγομαι,ιδρώνω,τρέμουν τα χέρια μου στα πλήκτρα  τσουπ! με προλαβαίνουν δυο τρεις άλλοι.Πόσο προβλέψιμος θεέ μου!

Το πρωί στο παράρτημα καφενείου με την παρέα.Παράρτημα γιατί στο κανονικό καφενείο πάνε οι κανονικοί άνθρωποι.Εμείς στο απέναντι πεζοδρόμιο.Συζητάμε πίνοντας καφέ πριν τη δουλειά-τα καλά της επαρχίας.Όλοι ανήκουν στην-πάλαι ποτέ-κεντροαριστερά έως την -πάλαι ποτέ- αριστερά.Τοπικά νέα,εθνικά,διεθνή.Είμαι ο μόνος που εύχομαι όλων οι γίδες να είναι καλά.Πόσο αφελής θεέ μου!

Διαβάζω την επικαιρότητα.Παστίτσιο.Ωραία γεύση.Που καλύπτει την γεύση των Λιαποβουλγαρομεϊμαράκηδων.Που,με τη σειρά της, καλύπτει την γεύση της ερζάτς φοροδιαφυγής των τραγουδιστών.Και που όλες μαζί προσπαθούν να διώξουν την γεύση του τροϊκανού ανασκολοπισμού και την επίγευση των καθημερινών χαρατσιών.Τελικά εκτός από προβλέψιμος και αφελής είμαι και ηλίθιος.

.

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Αμήχανα

Διαβάζω αυτά που έγραφα πριν ενάμισι χρόνο,στο πλαίσιο της κίνησης για τον φόβο.Τα αποσπάσματα του Χομπσμπάουμ για το κραχ του '29 και την πτώση του φιλελευθερισμού.Το απόσπασμα του Νίμελερ.

Διαβάζω και την τρέχουσα επικαιρότητα(αρνούμαι να βάλω λινκ).

Κι αναρωτιέμαι.Φοβάμαι;Ή έχω περάσει σε οργουελική απάθεια;Ειλικρινά δεν ξέρω.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι δυσκολεύομαι να γράψω σε πρώτο πληθυντικό και ότι είναι πια αργά.


Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Αυγουστιάτικα

Σήμερα,στο φβ,ανέβασα αυτό:





Και μετά αυτό:





Ζέστη και κρύο.

Όμως,όσο και να φτιασιδώνομαι στα σοσιαλμύδια,είναι Αύγουστος.Και η καρδιά λαχταρά πιο πολύ το τραγούδι του Κ.Μουντάκη:



Στην υγειά σας.

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Θητεία στα σύνορα


Ας αρχίσουμε ανάποδα.
Σειρά απολύσεως.Πρωινή αναφορά.
([Λ]οχαγός)-Ακούω.
([Φ]αντάρος[1])-Στρατιώτης μπλαμπλαμπλα,λαμβάνω την τιμή να αναφέρω αιτούμαι άδεια να βγω στην πόλη να βγάλω φωτογραφίες για το απολυτήριο.
[Λ]-Μάιστα.Να πας παιδί μου.Εσύ;
[Φ2]-Στρατιώτης μπλαμπλαμπλα,λαμβάνω την τιμή να αναφέρω αιτούμαι άδεια να βγω στην πόλη να βγάλω φωτογραφίες για το απολυτήριο.
[Λ]Χμ.Καλά.Να πας κι εσύ.Εσύ;
[Φ3]-Στρατιώτης μπλαμπλαμπλα,λαμβάνω την τιμή να αναφέρω αιτούμαι άδεια να βγω στην πόλη να βγάλω φωτογραφίες για το απολυτήριο.
[Λ](έξαλλος)-Ρε είσαστε καλά;!Θα το διαλύσουμε εδώ πέρα;!Εδώ είναι στρατός ρε!Λοιπόν,τέλος : θα πάει ένας και θα βγάλει φωτογραφίες για όλους!

216 ΚΙ.Χ.Ν.Ε.Κινητό Χειρουργικό Νοσοκομείο Εκστρατείας . M.A.S.H. δηλαδή . Σε ελληνική έκδοση όμως . Χωρίς Hawkeye Pierce αλλά με Hot Lips και οδοντίατρο . Ο οποίος διαθέτει οργανική θέση,όχι όμως και οδοντιατρείο . Για τις σεξουαλικές του προτιμήσεις δεν τίθεται θέμα . Μεσογειακές και ουχί αγγλοσαξωνικές.

Με 76 κλίνες,τακτικά χειρουργεία Τρίτη και Πέμπτη,έκτακτα όποτε τύχει,το ΚΙ.Χ.Ν.Ε. βρίσκεται στριμωγμένο ανάμεσα στο 536ΜΤΠ(τάγμα εικοσιτεσσάρων ωρών) και το 481ΤΔΒ(αγνώστου ημερομηνίας λήξεως),σαν ευαίσθητο μωρό ανάμεσα σε αυστηρούς γονείς.
Οι εκεί υπηρετούντες φαντάροι από τις 8.00 το πρωί έως τις 2.30 το μεσημέρι χαίρουν απόλυτης ασυλίας έναντι πάντων,προστατευμένοι από μια ντουζίνα αντισυνταγματάρχες γιατρούς . Από τις 2.30 και μετά περνούν στην ημιπαρανομία . Διότι η μόνη σοβαρή δουλειά που έχουν να κάνουν είναι το πλύσιμο των δίσκων και των κουζινικών του νοσοκομείου και του λόχου . Βέβαια αι Εθνικαί Ένοπλοι Δυνάμεις εφευρίσκουν διάφορες σημαντικές εργασίες,όπως η αποψίλωση(τεχνικός όρος:αποξύλωση) του γηπέδου(=χωραφιού) έμπροσθεν του Λόχου . Τις οποίες οι έμπειροι έφεδροι οπλίται χειρίζονται με στρατιωτική παραγωγικότητα . Ένα ραδίκι ανά πεντάλεπτο,μία βρούβα ανά δεκάλεπτο . Ως διδαχθέντες δε,εις την ανά Τρίτην εσπερινήν ΕΗΔ,στρατηγικά τεχνάσματα,έπεισαν τον Λοχαγό(εξ Υπαξ.) να συνάψει συμφωνίαν μετά παρεπιδημούντος ποιμένος,ίνα εισάγει το ποίμνιόν του εις το εν λόγω γήπεδον και να τελειώνει το καλαμπούρι . Κατά τα άλλα η σημαντικότερη απογευματινή απασχόληση,πλην του ύπνου,είναι ο κνησμός ευαισθήτων ανατομικών περιοχών.

Α ναι.Υπάρχουν και στρατιωτικαί υποχρεώσεις . Πρώτα πρώτα σκοπιά . Φυλάνε παλαιόν,κενόν αρβυλοφυλάκειον,προσαρτημένο εις το παλαιόν κτίριον του νοσοκομείου . Θα μου πείτε,άνευ νοήματος . Αντιθέτως . Βουλώνει τα στόματα του ΜΤΠ και του ΤΔΒ . Έτσι κάθε βράδυ στις 8.00 παραδίδεται όπλον τύπου G3 (το οποίον κάποιος επιχείρησε κάποτε να αποσυναρμολογήσει,με αποτέλεσμα την προσηνή επέμβαση έμπειρου μονίμου υπαξιωματικού για την επανασυναρμολόγηση) και μία εξάρτυση,στις φυσιγγιοθήκες της οποίας υπάρχει χαρτάκι με σύνθημα-παρασύνθημα . Τα μικρά προβληματάκια που δημιουργούνται με τους εφοδεύοντες(και ουχί αφοδεύοντες) αξιωματικούς,δεδομένου ότι κανείς δεν σκέφτεται να πετάξει τα χαρτάκια μετά το πέρας της υπηρεσίας,είναι ανάξια παραθέσεως . Απλώς οι υγειονομικοί διατηρούν το δικαίωμα να επιλέγουν το χαρτάκι με την ημερομηνία της αρεσκείας τους και οι εφοδεύοντες το δικαίωμα να θέλουν να πάνε να κοιμηθούν,οπότε υπογράφουν σιωπηλά,κουνώντας απλώς το κεφάλι τους . Η αλλαγή βάρδιας γίνεται όταν -και εάν- ξυπνήσει ο επόμενος σκοπός . Ντύνεται και σέρνοντας τα βήματα,με τα χέρια στις τσέπες,πηγαίνει και αλλάζει τον σκοπό,με όλους τους προβλεπόμενους τύπους ("Ρε μαλάκα,πέρασε έφοδος;") . Αν,τώρα,δεν ξυπνήσει, ο εν υπηρεσία σκοπός παίρνει το όπλο απ' το αρβυλοφυλάκειο,όπου το είχε αποθέσει,σηκώνει το κράνος από κάτω και με θυμωμένα βήματα κατευθύνεται στον λόχο,όπου εισέρχεται ανακράζων : "Ρε μαλάκα Γεωργόπουλε θα ξυπνήσεις ; ! Για μαλάκες ψάχνεις ; ! " και όλα διευθετούνται μέσα σε συναδελφική αβρότητα.

Έπειτα οι νυχτερινές πορείες . Τοποθετούν στο στρατιωτικό σακίδιο δύο πετσέτες κι ένα σεντόνι αναφουρφουριασμένα,γεμίζουν το παγούρι νερό και πάνε βόλτα στη φεγγαράδα . Ενίοτε η ενθουσιώδης διάθεση εξάρχειν τον παιάνα καταστέλλεται  απ' τις ιαχές του λοχαγού :  "Σκασμός ρε λινάτσες!Θα μας πάρουνε χαμπάρι!"

Και τέλος οι βολές . Εις την διάλεκτον του ΚΙ.Χ.Ν.Ε. η λέξις βολή έχει μία και μόνην σημασίαν αυτήν της διευκολύνσεως του βίου . Πάσα άλλη σημασιοδότησις θεωρείται βαρβαρισμός .


Η σημαντικότερη υπηρεσία είναι τηλεφωνητής . Αυτή συνίσταται εις την διαμονήν εις μονόκλινον δωμάτιον,το οποίον διαθέτει τηλεφωνικήν συσκευήν,ήτις καλείται αλλά δεν καλεί.Εκεί παίρνουν τηλέφωνο οι συγγενείς και φίλοι των φαντάρων και των ασθενών,καθώς είναι ο μόνος δίαυλος επικοινωνίας του νοσοκομείου με τον έξω κόσμο από τις 2.30μμ έως τις 8.00πμ . Εκεί παίρνουν επίσης και όλοι οι εξοδούχοι του λόχου,για να κάνουν πλάκα στον εκάστοτε συνάδελφο τηλεφωνητή . Εκεί θρυλείται ότι γνωστός μάγειρας του λόχου,ασκών χρέη τηλεφωνητού,απάντησε στον συνταγματάρχη επόπτη του στρατοπέδου,ο οποίος του συστήθηκε:"Ναι ρε μαλάκα!Κι εγώ είμαι ο στρατηγός Αϊζενχάουερ!"

Κατά τα άλλα το μόνο που ταράζει την απογευματινή ραστώνη είναι η φωνές του παλιού,ο οποίος παροτρύνει τους ασθενείς,που βγήκαν να πάρουν λίγο αέρα στην αυλή : "Μέσα!Γρήγορα όλοι μέσα!Αναφορά!"  Διότι,βλέπετε,σ' αυτήν την αυλή είναι και το παράθυρο του δωματίου όπου άλλαζουν οι νοσοκόμες . Και προβλέπεται υπηρεσιακώς η τοποθέτησις σφήνας ανάμεσα στις περσίδες του ρολού του,για να μαζεύονται μπουλουκηδόν τα μειράκια του λόχου,να θαυμάζουνε τη θέα . Θα μου πείτε αισχρόν και ανήθικον . Ίσως . Αλλά υπηρεσιακώς αποδεκτόν,δεδομένου ότι διατηρεί το ηθικόν του στρατεύματος ακμαιότατον.

216 ΚΙ.Χ.Ν.Ε.  Η σκληρή θητεία στα σύνορα . Γι αυτό σας λέω . Ας αρχίσουμε ανάποδα.

ΥΓ . Αν θέλετε σοβαρές ιστορίες για το στρατό,απευθυνθείτε:



Τσαλαπετεινός

Κυνοκέφαλοι

SilentCrossing

Βιβλιοθηκάριος

Oldboy

Δύτης των Νιπτήρων

Ερυθρό Καγκουρώ

Κι αν δεν βρείτε αντίστοιχη ανάρτηση,μην βιάζεστε.Ο στρατός έχει τους δικούς του χρόνους.

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Οι καλύβες



Καλοκαίρι 1966.Κόντευε να τελειώσει ο μήνας Ιούνιος και το θέμα του παραθερισμού –έτσι λέγαν τότε τις διακοπές- συζητιόταν για τα καλά στην οικογένεια.
Εμείς τα παιδιά μες στην αγωνία μπας ματαιωθεί η επιθυμία του πατέρα και η δική μας από την,κάθε χρόνο ίδια,γκρίνια της μάνας. « Τί τα θέλετε μωρέ να πάτε στη θάλασσα;Όρεξη έχετε να μπουρίζετε στους άμμους του Μπιρμπίλη;!» ήταν το επιχείρημά της – ίδιο κάθε χρόνο.
Βέβαια είχε και τα δίκια της,το ξεσήκωμα ήταν μεγάλο.Ρούχα,αλλαξιές,σεντόνια,κουβέρτες,κρεβάτια,κατσαρολικά έπρεπε όλα να μαζευτούν.Και καλά αυτό.Πώς φορτώνεις ένα ολόκληρο νοικοκυριό,για μια οικογένεια με τρία παιδιά,σ’ ένα άλογο;Μαζί δε και γίδες,γουρούνι,κότες-όχι αυτές δεν κάνανε διακοπές,μένανε στο χωριό να τις προσέχει η γιαγιά.
Ο Πατέρας εκείνη τη χρονιά είχε μια ιδέα : «Γυναίκα» λέει «φέτος θα σε απαλλάξω απ΄ τα δύσκολα.Θα ψάξω να βρω τον Λια τον Στραβολαίμη.Θα μας φορτώσει στην καρότσα και θα πάμε μια χαρά.» Ο Λιας ο Στραβολαίμης ήταν ένας ψηλός μαυριδερός,γύρω στα τριανταπέντε –έτσι τον έβλεπα εγώ τότε- από το διπλανό χωριό,που διέθετε τροχοφόρο με καρότσα.
Τώρα θα μου πεις «Στραβολαίμης»;Δεν είχε όνομα ο χριστιανός;Είχε,Μπίτζας λεγόταν,αλλά έλα που έγερνε ο λαιμός μαζί με το κεφάλι του, λες κι έκανε μόνιμα πλάγια υπόκλιση!Τώρα δεξιά ή αριστερά θα σας γελάσω,δεν θυμάμαι καλά.
«Θύμιε» του λέει ο Λιας «δεν μπορώ αύριο.Μεθαύριο όμως μπορώ να σας ξεκουβαλήσω.» Ε ρε χαρά!Τι είναι μια μέρα αναμονής μπροστά στις είκοσι μέρες,που θα φτιάχναμε την καλύβα μας,μαζί με άλλους εξήντα εβδομήντα χωριανούς,στη θάλασσα;Βέβαια δεν το δείχναμε και πολύ,μπας και νομίσουν ότι στο μυαλό μας ήτανε μόνο η καλοπέραση και το αραλίκι.Οι αρχές της οικογένειας ήταν εργασία και χαρά κι εμείς,ως καλά και φιλότιμα παιδιά,θέλαμε να κρατήσουμε χαρακτήρα : «Να μωρέ,κι αν δεν πάμε δεν χάλασε κι ο κόσμος,αλλά αφού τώρα το κανόνισε και με τον άνθρωπο ο πατέρας...»
Έτσι η μάνα,από την επομένη,άρχιζε τις ετοιμασίες.Δυο μεγάλες κοφίνες με τα ρουχικά,σεντόνια,μαξιλάρια,κλύφια,πετσέτες στη μία,τις αλλαξιές στην άλλη-δεν είχαμε και πολλά τότε,δυο τσιτάκια πλύνε-βάλε ο καθένας κι αυτά ραμμένα από τα χεράκια της μάνας.Βέβαια!Ήταν και μοδιστρούλα η μάνα,έραβε ρομπίτσες για ‘κείνην , φουστανάκια για μας, πάντα το ίδιο σχέδιο,σουρίτσα στη μέση,με δυο τσεπούλες και δυο ζωνάκια στο πλάι,που δέναν πίσω κόμπο.Χρωματάκια όμορφα,με λουλουδάκια ροζ και σιελ και από κάτω παπουτσάκια,που κάποιες φορές ήταν χειμωνιάτικα.Τα κόβαμε μπροστά και πίσω,στιλ ξώφτερνου,και τα κάναμε πεδιλάκια παντός καιρού.Ακόμα και μαγιό μας έραβε η μάνα.Γαλάζιο καρουδάκι της αδελφής μου,ίδιο σε μένα,με τη διαφορά ότι στη μέση γύρω γύρω είχε βολανάκι ροζ-πουά,από πανάκι πού ‘χε περισσέψει από τη ρόμπα της γειτόνισσας,της κυρα-Μαρίας της Θοδωράκαινας.
Τα τσίτια και ό,τι υφάσματα έραβαν τα αγόραζαν ημέρα Πέμπτη.Ήταν η μέρα που κατέφθανε ο μπαρμπα-Χρήστος,πραματευτής φοβερός,χονδρός και κοτσονάτος , φορτωμένος όλη την πραμάτεια του σ’ ένα μεγάλο σεντόνι,δεμένο με δυο μεγάλους κόμπους,στην πλάτη και αργότερα φορτωμένα στο τρίκυκλο-είχε βλέπεις φτάσει και η τεχνολογία στα μέρη μας.
Κάτω,λοιπόν,απ΄τον μεγάλο πλάτανο με τη βρύση,απένατι από το σπίτι μας,δίπλα στο εκκλησάκι του Μάη-Θανάση,που είχε κτίσει ο πατέρας μου-βοήθειά του- με δυο φίλους του –τον Θανάση τον Καρύδη και τον Χριστόφιλο τον κουμπάρο- ο μπάρμπα-Χρήστος άπλωνε την πολύτιμη πραμάτεια του.Δεν ήταν βέβαια και του Τσαντίλη αλλά στα μάτια μου τα τσίτια,οι πουπλίνες-μέχρι οργάντζα έφερνε τα τελευταία χρόνια- φάνταζαν πολύτιμα και μαγικά.Πιο πολύ μου άρεσαν τα υφάσματα για σεντόνια,κάτι ρίγες μακριές,μπλε,κόκκινες,πράσινες,όλα του κόσμου τα χρώματα.
Γυναίκες μαζεύονταν απ’ όλη τη γειτονιά,άλλη να κόψει έξι εφτά πήχες για σεντόνια,άλλη να φτιάξει καμμιά φουστόμπλουζα. «Όλο και κάτι θα μας τύχει,να μην έχουμε να βάλουμε κάτι απάνω μας να ξεντροπιατούμε;» έλεγε η Γιώργαινα η Γκρου,αλλά κι η θεια η Γωγώ η Καρύδαινα όλο χασέδες γι ασπροκέντια έπαιρνε , νοικοκυρά από τις λίγες ήτανε και να λέει η μάνα μου «πέντε χέρια την ξεπλένει την μπουγάδα της,να εδώ μπροστά στη βρύση,εμένα θα μου πεις;!»
Χρυσές δουλειές,που λες,ο μπαρμπα-Χρήστος,γέμιζε ένα κουτί φραγκοδίφραγκα,γιατί άλλο,σου λέει,να πουλάς τοις μετρητοίς κι άλλο επί πιστώσει.Δεν έχεις δει εκείνο το κάδρο με τον χοντρό,φεγγαροπρόσωπο,τούρλα η κοιλιά και δίπλα τον σαφρακιασμένο,μαυριδερό,χωμένο στα χαρτιά,όλο αγωνία στη μούρη , που γράφει από κάτω : «Ο πωλών τοις μετρητοίς,ο πωλών επί πιστώσει»;
Στο μαγαζάκι του αρμένη του Ναχαμπετιάν το είχα δει αυτό το ωραίο κάδρο για πρώτη φορά.Μπαχαμπέτη τον λέγανε στο χωριό,από τότε που ήρθε με τη γυναίκα του-μια ψηλή,ξερακιανή,λιπόσαρκη,γλυκειά γυναίκα-μετανάστες,ποιος ξέρει από πού.Του άλλαξαν πατρίδα,του άλλαξαν και όνομα του δύστυχου,με την γαμψή μύτη και τα γυαλιστερά μαύρα μαλλιά γιατί,σου λέει,τί όνομα είν’ αυτό το «Ναχαμπετιάν;»Ομπρέλες διόρθωνε,παπούτσια μπάλωνε,ψεκαστήρες ξεβούλωνε,κάνα ρολόι ρύθμιζε και ζούσε,αλλά το κάδρο φάτσα κάρτα στο μαγαζάκι του μόλις έμπαινες.Τώρα αν του έδιναν για πληρωμή κάνα μισοκαδιάρικο μπουκάλι λάδι,τίποτε αυγά ή κάνα μισοκάρβελο ψωμί δεν έλεγε όχι.

Πέμπτη,που λες,ο μπαρμπα-Χρήστος,Παρασκευή ο Πολύφτηνος.Δεν είχε όνομα,σκέτο Πολύφτηνος.Μαυρογκάγκανος,καμπούρης,άλλος πραματευτής φοβερός,με κάτι κιτρινισμένα δάχτυλα που μύριζαν κάτι σαν νέφτι,με δυο καρέκλες-του σκηνοθέτη τις λέμε σήμερα-περασμένες λοξά στο ένα του χέρι και στο άλλο μια μεγάλη τσάντα με κρεμάστρες , κουβαρίστρες , ραφτικά , τσατσάρες , τσιμπιδάκια , κουμπιά,μανταλάκια,ναφθαλίνη για το σκώρο,λουλάκι για τη μπουγάδα κι όλου του κόσμου τα καλά.
«Ο Πολύφτηνοοος!Καλά κάνω και πουλάω φτηνάάά!» διαλαλούσε κάθε λίγο και λιγάκι,την Παρασκευή,ντάλα η ζέστη,με τον ιδρώτα γυαλιζοκοπάει στη σταφιδιασμένη μούρη του.Στον πλάτανο από κάτω κι αυτός,ξεπέζευε και πουλούσε,μαζί μ’ άλλους γυρολόγους καρπουζάδες,γανωματήδες,που κατά καιρούς κατέφθαναν.
Όλος ο κόσμος μας το πλάτωμα κάτω από το τεράστιο αυτό δέντρο με τη βρύση του,η γειτονιά μας,η αλάνα μας,η παιδική χαρά μας,το παζάρι μας,το πλυσταριό της Κάτω Ρούγας.Όλο το καλοκαίρι,από το μεσημέρι και μετά,καμμιά δεκαπενταριά κουτσούβελα,αλλά και μεγαλύτερα,κλασσικά ξυπόλυτα,με σημαδεμένες,τ΄αγόρια, τις ξουρισμένες κεφάλες τους,μπαταρισμένα γόνατα γεμάτα καφέ κακάδια,μισοφαγωμένα μαυριδερά νύχια,πιλαλούσαμε και χαλούσαμε τον κόσμο,πότε με τα καρέλια πάνω κάτω,πότε με αμπάριζα και φτουξελευτερία. Διάλειμμα για μια φέτα ψωμί ζυμωτό,άλλος βρεγμένη κι από πάνω ζάχαρη,άλλος με λάδι και ζάχαρη,άλλος με πελτέ-«Χριστός και Παναγία!Αίματα τρώει καλέ ‘φτούνο;!»-άλλος με λάδι,ξύδι,αλατάκι,ριγανίτσα-το καλύτερό μου- και πάλι ντου για παιχνίδι.
Από την αρχή του Ιουλίου μέχρι του Άι Λιος αραίωνε ο κακός χαμός λόγω θάλασσας και ο πλάτανος δρόσιζε μόνο τις γριές,που ήταν γερές και μένανε στο χωριό να φυλάνε τα σπίτια και τις κότες.Τις άλλες,τις παθημένες,τις παίρνανε στη θάλασσα,μαζί με όλη την οικοσκευή,για να κάνουνε τα περίφημα αμμόλουτρα. «Η γρια Παναγούλα η Κορμακίτσα,μέχρι την Ικαρία την έφτασε ο άντρας της,κι εμείς που έχουμε τη θάλασσα στα πόδια μας-τι είναι δυο ώρες δρόμος-να μην κάνουμε τη θεραπή μας;»
Νά ‘μαστε,λοιπόν,την παραμονή της αναχώρησής μας για τη θάλασσα,να μπουγαδιάζουμε τα ρουχικά,που θα παίρναμε μαζί μας. «Τι;!Θα τα πάρουμε βρώμικα, να φρίξουν οι καλύβες;!» έλεγε η μάνα.
«Ρε γυναίκα,φτιάξε και κάνα παξιμαδάκι να ροκανάμε το πρωί στο κυμοθάλασσο με τον καφέ!» έλεγε ο πατέρας και η μάνα τον κοίταζε με μισό μάτι.
«Ναι,δεν με φτάνει το ζύμωμα και το φούρνισμα μες στη ντάλα ζέστη,θέλεις και παξιμαδάκια!» Βλέπεις έπρεπε να κουβαλήσουμε και το ψωμί της εβδομάδας.Έξι καρβέλια ζύμωνε και φούρνιζε η μάνα ,συν την κουλούρα , συν ένα ταψί μπριάμ ή γεμιστά.
Την κοφίνα,λοιπόν,με τα ψωμιά , τη σακούλα με τις χυλοπίτες ,την άλλη τη μικρότερη με τον τραχανά, τα κηπευτικά , ντομάτες , πιπεριές , τα κατσαρολικά ,τα κρεβάτια , τα ρουχικά , τους μεγάλους μουσαμάδες για να φτιάξουμε την καλύβα , μαζί με τα ξύλα και τα καλάμια , όλα ανάκατα στην πράσινη καρότσα του Λια του Στραβολαίμη και τ΄όνειρο ξεκινούσε την πορεία του.Δυο ώρες με τα πόδια και το άλογο,μιάμισυ ώρα με του Λια το τροχοφόρο.Όσο να πεις , μεγάλη διαφορά και ξεκούραστα.Διότι ο Λιας ήξερε καλά να κουμαντάρει εκείνο το πράμα,που είχε δυο μακρυά χερούλια κι ανάμεσά τους άλλα δυο κοντύτερα μπραχάλια-«ταχύτητες» τα έλεγε- και κάτι άλλα μαραφέτια, που τα κουμαντάριζε όλα τούτα ο Θεός κι η ψυχή του!Όταν έβρισκε λίγο ζόρι στην ανηφόρα-ήταν και παραφορτωμένος βλέπεις- κοντοστεκότανε,τράβαγε κάποιο από ΄κείνα τα μαραφέτια,η μηχανή μούγκριζε κι εμείς κάνοντας τους σοβαρούς-ξέραμε απ’αυτά τα πράματα,έτσι κάνουν οι μηχανές,σου λέει-κρατούσαμε με τα χίλια ζόρια την κοιλιά μας,να μην σκάσουμς στα γέλια.
Ανηφόρες , κατηφόρες, σ΄όλο το μήκος του χωματόδρομου, ο «Τσεπάς» , όπως τον έλεγε η μάνα , έβγαζε ξαστεροπρόσωπο τον Λια, που κοιτούσε σοβαρός μπροστά του- η ταχύτης δεν του επέτρεπε κουβέντες με τον πατέρα,που καθόταν δίπλα του και σχολίαζε τα χωράφια με τις ελιές,που παραχωρούσαν τη θέση τους στις συκιές,τις σταφίδες και παρακάτω τα χωράφια με τα μποστάνια και τα τριφύλλια – αποχρώσεις του πράσινου σ΄όλο τους το μεγαλείο. «Μεγάλη επιτυχία το μποστάνι του Κοκώνη» έκρινε ο πατέρας «σαν κοτρώνες σπαρμένα τα καρπούζια.Και οι σταφίδες του Λάμπρου άρχισαν να παρδαλαίνουν,νωρίς θα βάλουμε φέτος για τρύγο».
Ο μπουχός,που άφηνε η καρότσα,άσπριζε ό,τι αφήναμε πίσω μας, σύννεφο σκόνη μέχρι που βγαίναμε στη δημοσιά.Εδώ τ΄αστεία τέλειωναν.Τα σχόλια και τα χαχανιτά έπαιρναν τέλος.Εδώ τ΄αυτοκίνητα έτρεχαν με τεράστια ταχύτητα κι εμείς «έπρεπε να προσέχουμε πολύ» έλεγε ο πατέρας «δεν είναι παίξε γέλασε!» Άντε ένα κομμάτι ήταν αυτό,κάνα χιλιόμετρο και μετά κατεβαίναμε πάλι στον χωματόδρομο. Ουφ!Χωραφάκια και πάλι χωραφάκια!Κάνα δεκάλεπτο ο φιδίσιος χωματόδρομος, ανάμεσα στα τριφύλλια-που τα πότιζαν κάτι βροχές που γύριζαν μόνο πάνω απ’ αυτά,για δες,και καμμιά φορά κατάβρεχαν κι εμάς για λίγο-και μετά η τελευταία ανηφορίτσα πριν τη θάλασσα.
Στο πλάι μας,από την αριστερή πλευρά,το ποτάμι με τις ιτιές,τις λυγαριές και τις δάφνες άσπρες , ροζ , κίτρινες και πιο πίσω,σ΄ένα μικρό λοφάκι,ένα μεγάλο πέτρινο σπίτι- η βίλλα του Κουμουντούρου το έλεγαν- μισοχωμένο ανάμεσα σε κάτι πανύψηλες κουκουναριές.Λίγο παρακάτω το σπιτάκι της Πότας της Αγγουρούς-το εξοχικό της. Το κανονικό της ήταν ένα άλλο καλύβι,στο χωριό,απέναντι απ΄το δικό μας.
Μια μικρή ευθεία,πάλι με λίγες ελιές,πορτοκαλιές και μποστάνια,κάνα δυο σπιτάκια με τεράστιες μουριές στις αυλές τους,γεμάτες γύρω γύρω ασπρισμένους ντενεκέδες με βασιλικούς,γεράνια,το λειρί του κόκκορα,με τον δρόμο πάντα καταβρεγμένο να γλιτώνουνε τον πολύ μπουχό,που σηκωνότανε από το πέρα δώθε των παραθεριστών και στο τέλος,αριστερά,το μαγαζάκι του Μπιρμπίλη,με το πηγάδι και την Πίπω να φωνάζει, στις πεντέξι μαζεμένες γυναίκες,να μην γεμίζουν παραπάνω από δυο στάμνες νερό η κάθε μία , γιατί πηγάδι είναι και πόσο θ΄αντέξει,τι το κάνουν τόσο νερό,κοτζάμ θάλασσα είχανε δίπλα τους.Βλέπεις ήταν αφεντικό στο καφεπαντοπωλείο-και με πολλές άλλες υπηρεσίες-μαγαζάκι,πλίθινο αλλά πάντα ασπρισμένο και με πολλά λουλούδια ολόγυρα : «Ο Ωραίος Μπιρμπίλης».[...]

Της Μαρίας Αγγελοπούλου


Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Γενετικές αλχημείες

Όταν ήμασταν πιτσιρικάδες,στη θάλασσα,σκαρφαλώναμε στις βάρκες,που ήταν φουνταρισμένες κοντά στην ακτή,για να κάνουμε βουτιές.Παλιές,όμορφες,ξύλινες βάρκες.Πιανόμασταν απ' τα παραπέτα,σπρώχναμε τη βάρκα προς τα κάτω και μ' έναν πήδο βρισκόμασταν μέσα.
Τα κορίτσια ξαπλώνανε στην πλώρη και κάνανε τις ντίβες.Τ' αγόρια,μέσα σε φωνές και χαχανητά,συναγωνίζονταν για την πιο μαγκιώρα βουτιά.Οι μεγάλοι εκτόξευαν απειλές και κατάρες,να φύγουμε από 'κεί,μην χτυπήσουμε.Οι φλώροι έτρωγαν τ' αυγό,που τους τάιζε η μάνα τους,γιατί δεν κάνανε παρέα με παλιόπαιδα.
Μέχρι που εμφανιζόταν ο Βασίλης.Κι αυτός της παρέας αλλά,για να το πω ευγενικά,παχουλούτσικος.Μόλις έπιανε τα παραπέτα ο Βασίλης,ό,τι έμβιο υπήρχε μέσα στη βάρκα,εκτοξευότανε στη θάλασσα.Και καλά αν τον έβλεπες που ερχόταν.Αν σε καταλάμβανε εξαπίνης,μα ένα γόνατο ή κι ένα κεφάλι ίσως θα το χτύπαγες,πριν βρεθείς να πίνεις νερό αλαφιασμένος.
Μόλις ο Βασίλης καθότανε στον πάγκο να πάρει ανάσα,μέσα σε πειράγματα,βρισιές και κατάρες,η βάρκα συνέχιζε να ταλαντεύεται γι αρκετή ώρα,μέχρι τελικά να ξαναβρεί την ισορροπία της και να ησυχάσει.Και η περιπέτεια ξανάρχιζε.

Αυτές οι εικόνες μου έρχονται στο νου όταν σκέφτομαι τα δύο χρόνια που περάσανε.Μας πέτυχαν,ανυποψίαστους,στο μπατάρισμα της βάρκας.Το γόνατο στο σκαρμό,το κεφάλι στο ταμπούκο,βρεθήκαμε πανικόβλητοι να πίνουμε νερό,να βήχουμε σα να θέλουμε να βγάλουμε τα σωθικά μας,τα μάτια γεμάτα δάκρυα,να προσπαθούμε να πάρουμε ανάσα κι η βάρκα δίπλα μας να χορεύει.Και μόλις το βλέμμα μας έπεσε στους φλώρους,που μας κοιτούσαν με περιφρόνηση,ασφαλείς δίπλα στη μαμά τους,που τους τάιζε τ' αυγό,πλημμυρίσαμε ενοχές.Τελικά μήπως είμαστε στ' αλήθεια παλιόπαιδα;

Και μες στην αμήχανη σιωπή που απλώθηκε απ' το ατύχημα,ακούστηκαν,απ' τις διπλανές παραλίες φωνές,πειράγματα,βρισιές και κατάρες.Κι εκεί τα παλιόπαιδα σκαρφαλώνουν στις βάρκες,πειράζονται,βρίζονται,χαχανίζουν και βουτάνε.Κι οι μεγάλοι φωνάζουν να φύγουν από 'κεί.Κι οι φλώροι τρώνε τ' αυγό τους.

Μισόν αιώνα μετά,βέβαια,είμαστε πια οικονεγειάρχες,βαρείς,γεμάτοι βιωματική σοφία.Η θέση μας είναι στην παραλία,να φωνάζουμε να φύγετε από 'κεί,μην χτυπήσετε.Και παρότι εκείνα τα παλιόπαιδα χορεύουν ακόμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού μας,σκεφτόμαστε σοβαρά.Αναστοχαζόμαστε.

Όλα άλλαξαν.Η ζωή δεν είναι παιχνίδι.Μόνο οι φλώροι μείναν ίδιοι, να τρώνε τ' αυγό τους.

Σ' αυτούς τους φλώρους,που με το περιφρονητικό τους βλέμμα κατατρέχουν την ζωή μας,δεν έχουμε παρά να αντιτάξουμε τον,ενήλικο πια,αναστοχασμό μας:


Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Μνήμη λανθάνουσα



"Η μνήμη είναι ζωή.Φορείς της είναι πάντοτε ομάδες ζωντανών ανθρώπων και γι αυτό είναι σε διαρκή εξέλιξη. Υπόκειται στην διαλεκτική της ανάμνησης και της λήθης,δεν έχει επίγνωση των διαδοχικών παραμορφόσεών της,είναι ανοιχτή σε κάθε λογής χρήσεις και καταχρήσεις.Ενίοτε παραμένει λανθάνουσα για μεγάλες περιόδους,μετά ξαφνικά ξαναζωντανεύει.Ιστορία είναι η διαρκώς ατελής και προβληματική ανασύνθεση αυτού που δεν υπάρχει πια.Η μνήμη πάντα ανήκει στην εποχή μας και αποτελεί βιωμένο δεσμό με το αιώνιο παρόν.Ιστορία είναι η αναπαράσταση του παρελθόντος."

Rierre Nora "Les lieux de la mémoire",vol.I: La République .Paris 1984,p.xix.


Ιστορία είναι να περιγράψεις λεπτομερώς την περίοδο απ' την Δημοκρατία της Βαϊμάρης ώς το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου.Μνήμη -ιστορική,κατά διήγηση- είναι να νιώσεις σαν απλός άνθρωπος στην Αλεξάντερπλατς τον Νοέμβρη του '38,στα Καλάβρυτα τον Δεκέμβρη του '43,στα υπόγεια της Γκεστάπο,στο Μπούχενβαλτ.

Ιστορία είναι να περιγράψεις τα γεγονότα στην Ελλάδα από τον Απρίλη του '67 ώς τον Ιούλη του '74.Διαλεκτική ανάμνησης και λήθης,χωρίς επίγνωση της παραμόρφωσης μιας μνήμης ανοιχτής σε κάθε λογής χρήσεις και καταχρήσεις είναι να περνά η επέτειος της 21ης Απριλίου κι εσύ ν' ασχολείσαι με τους βερμπαλισμούς του Βενιζέλου και τους κουτσαβακισμούς του Σαμαρά.

Ιστορία είναι να περιγράψεις την πολιτική και οικονομική εξέλιξη της Ελλάδας-και της Ευρώπης- τα τελευταία τριάντα χρόνια. Λανθάνουσα μνήμη είναι ο αξιοπρεπής βίος.
Να ξαναζωντανέψει.Γιατί η ιστορία αναπαριστά το παρελθόν αλλά θεμελιώνεται στο παρόν.

Να ξαναζωντανέψει γιατι αλλιώς θα μας εκδικηθεί το παρόν,ως ιστορία και ως μνήμη.

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Εννοιολογικές διευκρινίσεις

[Η φωτο από εδώ]


Θυμήθηκα τα μαθητικά μου χρόνια.Το μάθημα της Ιστορίας.Μας μάθαινε ο δάσκαλος για τον καλόγερο Σαμουήλ και το Κούγκι.Για τον Ζάλογγο.Για το Αρκάδι.Τα παιδικά μάτια,που έβλεπαν τη ζωή σαν μια αξία αυτονόητη και ατελείωτη,άνοιγαν διάπλατα με απορία και θαυμασμό.Αυτοί οι άνθρωποί,σ' αυτά τα παιδικά μάτια,αποκτούσαν μυθικές διαστάσεις.Στο δίλημμα απώλεια της ανθρώπινης υπόστασης ή θάνατος επέλεξαν το δεύτερο.Κι αυτό τους έδωσε ιδιαίτερη αξία.Λίγη σημασία έχει η ιστορική αλήθεια.Η ουσία είναι ότι αυτή ήταν -και,ευελπιστώ,είναι-η δική μας αλήθεια.

Αυτοχειριασμός λοιπόν.Μα,θα μου πείτε,αυτό ήταν αυτοθυσία,όχι αυτοκτονία.Το λεξικό Τριανταφυλλίδη λέει:"αυτοθυσία η [aftoθisía] : η εκούσια θυσία του εαυτού μας ή των συμφερόντων μας για να ωφεληθούν άλλοι· αυταπάρνηση, αλτρουισμός: Hρωική / παραδειγματική / υπέροχη ~. Πνεύμα / πράξη αυτοθυσίας."Ο Σαμουήλ όμως και οι γυναίκες του Ζαλόγγου,άσχετα από την δημόσια ερμηνεία της ιστορίας,δεν αυτοκτόνησαν για να ωφεληθεί κάποιος άλλος αλλά για να διασώσουν την αξιοπρέπεια και την ελευθερία τους.Ο Περραιβός αναφέρει ότι όταν οι Τουρκαλβανοί απείλησαν με τα μύρια όσα βασανιστήρια τον Σαμουήλ,εκείνος απάντησε:"Δεν είναι άξιος ο Βεζύρης, να πιάση άνθρωπον, όστις εκτός οπού δε φοβάται, γνωρίζει και άλλον δρόμον: του θανάτου..."Θα μπορούσε απλώς να πει:"...επειδή δεν μπορώ να βρω το δίκιο  μου, δεν μπορώ να βρω άλλον αγώνα αντίδρασης εκτός από ένα αξιοπρεπές τέλος..."

Στις μέρες μας η αυτοκτονία αποτελεί κοινωνικό μέγεθος που μετριέται,ερμηνεύεται και συμποσούται με άλλες κοινωνικές παρεκκλίσεις.Το ίδιο θα έκανε και η Υψηλή Πύλη,φαντάζομαι,αν διέθετε τεχνοκράτες ψυχολόγους,κοινωνιολόγους,πολιτικούς και δημοσιογράφους."Δεν ξέρουμε αν τα έφαγε μόνος του ή με τα παιδιά του" θα έλεγε ο αυλοκόλακας στον σουλτάνο για τον Σαμουήλ-κι ας ήτανε καλόγερος.

Επίσης,στις μέρες μας,η αυτοθυσία δεν ανήκει πλέον στο κοινωνικό σώμα.Την έχουν σφστεριστεί  αυστηρά οι πολιτικοί.Ολημερίς αυτοθυσιάζονται για μας-και πίνουν,το βράδυ,και κάνα ουζάκι στην υγειά μας.Οι υπόλοιποι αυτοκτονούμε.Απλά και σωρευτικά.

Θα μου πείτε ιερόσυλος παραλληλισμός ενός 77χρονου συνταξιούχου και του Σαμουήλ.Ενός από μας-ενός τιποτένιου δηλαδή-κι ενός ήρωα.Θα σας πω ότι στην εποχή του και ο Σαμουήλ τιποτένιος ήτανε.Το ότι συντάραξε το πανελλήνιο-που δεν υπήρχε τότε ούτως ή άλλως-είναι σως μουστάρδας με κέτσαπ της εθνικής μας ιστορίας.Η αυτοκτονία του αφαιρέθηκε από την προσωπική του σφαίρα και προστέθηκε,κοσμημένη με την αναγκαία μυθοπλασία,στην ελληνική συλλογική μνήμη ως μια πράξη αυτοθυσίας.

Αναλογίζομαι τον 77χρονο συνταξιούχο και την ηληκιωμένη  από τη Ζάκυνθο.Και οι δύο δήλωσαν ότι δεν θέλουν να γίνουν βάρος στα παιδιά τους.Άρα πληρούν τον όρο "για να ωφεληθούν άλλοι" του Τριανταφυλλίδη.Τα ονόματά τους δεν τα μάθαμε.Επισήμως λόγω προστασίας προσωπικών δεδομένων.Ανεπισήμως γιατί δεν θέλουμε σύγχρονους Σαμουήλ.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Καρδιοπονόθλιβος




"...Δυο τρόπους διαθέτουμε για να ξεφύγουμε από τις λιγότερο ή περισσότερο αυτοματοποιημένες "έξεις" της σκέψης και της συμπεριφοράς.Πρώτος έρχεται,φυσικά,το βύθισμα μέσα στο όνειρο και τις ονειρικές καταστάσεις,στις οποίες αναστέλλονται οι κώδικες ορθολογιστικής σκέψης.Ο δεύτερος είναι κι αυτός μια φυγή από την ανία,την αποτελμάτωση,τις δυσχέρειες της νόησης και την συγκινησιακή διάψευση,μια φυγή όμως προς την αντίθετη κατεύθυνση,που ξεκινάει από την απότομη εκείνη αστραπή της σύλληψης της αλήθειας που δείχνει μια συνηθισμένη κατάσταση ή κάποιο συνηθισμένο γεγονός,κάτω από ένα νέο φως και εκεμαιεύει νέες αντιδράσεις σ' αυτό.Η διεταιρική πράξη αμφισυνδέει πλαίσια εμπειρίας,που ήταν ασύνδετα ώς εκείνη τη στιγμή.Μας κάνει να "καταλαβαίνουμε τί σημαίνει νά 'σαι ξυπνός,να ζεις σε πολλά επίπεδα συγχρόνως"(για να θυμηθούμε τον Τ.Σ.Έλλιοτ).
     Ο πρώτος τρόπος φυγής αντιπροσωπεύει μια οπισθοχώρηση σε παλαιότερα,πιο πρωτόγονα επίπεδα ιδεασμού,που τα ίχνη τους υπάρχουνε ακόμα στη γλώσσα του ονείρου.Ο δεύτερος,μια άνοδο προς ένα νέο,πιο πολυσύνθετο επίπεδο διανοητικής εξέλιξης..."


"...Έτσι ο ποιητής,που επιστρέφει στον εικονογραφικό τρόπο σκέψης,παλινδρομεί σ' ένα παλιότερο και χαμηλότερο ιεραρχικά επίπεδο-όπως το κάνουμε κάθε βράδυ όταν ονειρευόμαστε,όπως το κάνουν οι διανοητικά άρρωστοι,όταν παλινδρομούν στις νηπιακές φαντασιώσεις.Αλλά ο ποιητής,αντίθετα με τον άνθρωπο που κοιμάται κι ονειρεύεται,εναλάσσεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικά επίπεδα της πνευματικής ιεραρχίας.Η επίγνωση του άνθρωπου που ονειρεύεται λειτουργεί μόνο σε ένα.Ο ποιητής σκέφτεται σε εικόνες και σε λεκτικές έννοιες ταυτόχρονα ή σε γοργές εναλλαγές.Το κάθε trouvaille του,το κάθε πρωτότυπο εύρημά του αμφισυνδέει δύο πλαίσια.Ο άνθρωπος που ονειρεύεται πλανιέται μέσα στα φασματικά σχήματα ενός αρχαίου βάθους.Ο ποιητής βουτάει με αναπνευστήρα..."

Δύο αποσπάσματα από το βιβλίο "Η πράξη της δημιουργίας" του Arthur Koestler (1964,Εκδόσεις Χατζηνικολή,μεταφρ.Ιωάννας Δ.Χατζηνικολή 1976) σαν προσφάι στο αφιέρωμα του Τσαλαπετεινού για τη σημερινή παγκόσμια ημέρα Ποίησης.

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Καθημερινές διαδρομές

Ως χρεοκοπημένα αχρεοκόπητοι έχουμε χάσει πολλά.Η μετανάστευση φέρεται ως προοπτική.Όμως μερικά πράγματα είναι ανατικατάστατα-αδιαπρεγμάτευτα.Ακόμα και με την βενζίνη στο 1,75.Ακόμα κι αν δουλεύω μόνο γι αυτή τη βενζίνη.Όπως η καθημερινή διαδρομή από το σπίτι στη δουλειά.



Στάση για καφέ στο χέρι.Αλλαγή κλίματος.



Επειδή δεν με λένε Οδυσσέα,αρνούμαι να κάνω το νόστο τρόπο ζωής.

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Απόλυτες τιμές


"Αφιέρωμα των τριών:ένα λακκάκι."
Με τους Theorema και Mano.

Περάσαμε καλά οι δυο μας.Βγαίναμε κι οι δυο από τραυματικές ερωτικές σχέσεις κι έτσι δέσαμε.Δεν υπήρχε έρωτας,το ξέραμε.Αυτό ήταν προϋπόθεση εξάλλου.Υπήρχε όμως μια τρυφερότητα,μια συντροφικότητα.Είχαμε μια ανοιχτή σχέση.Είχαμε κι οι δυο τις περιπετειούλες μας-εικοσιπεντάχρονα παιδιά,βλέπεις.Αλλά αυτά ήταν γρατζουνιές,που επουλώνονταν γρήγορα.Προσέχαμε ο ένας τον άλλον,νιαζόμασταν.Πηγαίναμε ατελείωτες βόλτες στην πόλη,σινεμά,μοιραζόμασταν το λιγοστό φαΐ.Δεν υπήρχαν χρήματα.Καμμιά δουλειά του ποδαριού,για χαρτζιλίκι και ό,τι στέλναν οι οικογένειες.Εκείνος καστανός,λεπτός και ψηλός,με ασκητικά χαρακτηριστικά και το απαραίτητο μούσι.Εγώ μικροκαμωμένη,ξανθωπή με γαλανά μάτια.Όμορφο ζευγάρι.Εκείνου του άρεσαν οι τέχνες κι η φιλοσοφία.Αυτό που λέγαμε κουλτουριάρης.Με διαρκώς χαλαρό ύφος και ήρεμους ευγενικούς τρόπους.Εγώ πάλι έψαχνα τον εαυτό μου,προσπαθώντας να ξεπεράσω το σοκ της μεγαλούπολης,μετά τα παιδικά χρόνια στο χωριό.Με φώναζε "Λακκάκι",χωρίς ποτέ να μου εξηγήσει γιατί.Εγώ πάλι αρνιόμουν να του βγάλω χαϊδευτικό.Ήταν ο Κώστας.Η ζωή κυλούσε ήρεμα και όλα έδειχναν ότι αυτή σχέση τραβούσε μακρυά.
Ώσπου μια μέρα έγινε το κακό.Προσπαθώντας να βγάλω ένα βιβλίο από τα ράφια,που παρίσταναν τη βιβλιοθήκη,έριξα μαζί του και τρία τέσσερα άλλα.Βάζοντάς τα πάλι στη θέση τους,είδα ότι το ένα απ' αυτά ήταν το ημερολόγιό του.Η γυναικεία περιέργεια μ' έσπρωξε να το ξεφυλλίσω.
"Η |0| δεν κοιμήθηκε χθες εδώ.Πρέπει να της μιλήσω." Νιώθοντας το στόμα μου στεγνό το ξαναδιάβασα.Η |0|;!Ενώ έχανα το χρώμα μου άρχισα γρήγορα να ξεφυλλίζω παρά κάτω.
"Η |0| τέλειωσε το "Άκου ανθρωπάκο".Φαίνεται ενθουσιασμένη." Ώστε εγώ ήμουν η |0|!Το απόλυτο μηδέν!Δεν είχα αμφιβολία ότι αυτό εννοούσε γιατί τα συνήθιζε τέτοια παιχνιδάκια.Έναν φίλο μας που τον έλεγαν Πιέρ-Πέτρο δηλαδή αλλά η μάνα του ήταν βαρεμένη νεόπλουτη-τον έγραφε πR.Τώρα το αίμα άρχισε την αντίστροφη πορεία του και μου ανέβηκε στο κεφάλι.Ώστε το απόλυτο μηδέν Κωστάκη!
Χωρίσαμε μέσα σε καυγάδες.Δεν ξαναμιλήσαμε.

Τον ξανασυνάντησα μετά από χρόνια σ' ένα συνέδριο.Ένας ώριμος διανοούμενος,με του ευγενικούς τους τρόπους και το περίσκεπτο ύφος του.Ο χρόνος υπήρξε καλός μαζί του.Είχε κάνει μεταπτυχιακά στη φιλοσοφία και δίδασκε σ' ένα ξένο πανεπιστήμιο.Κάπνιζε προσηνής την πίπα του,φορούσε γυαλιά χωρίς σκελετό και διέθετε το απαραίτητο-ασημί πια-μούσι.Ανύπαντρος.Αλλά φαινόταν ευχαριστημένος απ' τη ζωή του.Εγώ,φτασμένη επαγγελματίας,με οικογένεια με παιδιά.μπορώ να πω ότι κρατιόμουν για την ηλικία μου.
Η συνάντηση στην αρχή ήταν αμήχανη,τυπική.Μου πρότεινε να με κεράσει καφέ.Δέχτηκα.Στην αρχή μιλήσαμε για τις ζωές μας.Σιγά σιγά επανήλθε η οικειότητα.Και τότε δεν άντεξα:
-Πες μου βρε Κώστα,γιατί με θεωρούσες το απόλυτο μηδέν;
Με κοίταξε ξαφνιασμένος.
-Εγώ σε θεωρούσα το απόλυτο μηδέν;
Του διηγήθηκα την ιστορία για το ημερολόγιο και το |0|.Ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια.
-Έπρεπε να το είχες καταλάβει,μου είπε όταν βρήκε την αναπνοή του.
-Τι να καταλάβω;
-Πως σε φώναζα;
-Λακκάκι.Λοιπόν;
-Εεκίνο που λάτρευα περισσότερο πάνω σου ήταν το λακκάκι στον λαιμό σου.
Ασυναίσθητα το δεξί μου χέρι ανέβηκε στον λαιμό μου.
-Ε πώς θα μπορούσα να παραστήσω καλύτερα αυτό το λακκάκι από |0|;



Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Death by chocolate-recipe



Άναψε τον φούρνο στους 180.Πήρε την στρογγυλή φόρμα,την λάδωσε προσεκτικά με το πινέλο.Έκοψε με το μάτι ένα κομμάτι λαδόκολλα.Άρχισε να το στρώνει στο εσωτερικό της φόρμας.Πήρε το μαγειρικό ψαλίδι να κόψει τις μύτες που περίσσευαν.Το ψαλίδι...Ένα πικρο χαμόγελο τρεμόπαιξε στα χείλη του."Αυτό τό ΄χω για να κόβω τα σηκώτια για τη μαγειρίτσα!Δεν θα μου το χαλάσεις εσύ κόβοντας ό,τι βρεις μπροστά σου!"Αλλά τώρα δεν ήταν εδώ για να τον βλέπει.Θαύμασε το έργο του:μια,καλοντυμένη με λαδόκολλα,στρογγυλή φόρμα.

Πϊσω στο χρόνο τώρα.Στα καλά χρόνια της Αλεξάνδρειας,στη δαιμόνια Μαρία την Εβραία και στη διάσημη εφεύρεσή της,το μπάνιο της.Πήρε δυο κατσαρολάκια,το ένα μικρότερο απ' το άλλο,έβαλε στο μεγάλο λίγο νερό και το έβαλε στο μάτι,σε χαμηλή φωτιά.Πήρε τον τρίφτη κι άρχισε να τρίβει την κουβερτούρα μέσα στο μικρό.Δώδεκα νταμάκια,300 γραμμάρια.Κοίταξε μερικά ξέσματα που πετάχτηκαν έξω από το κατσαρολάκι. "Δεν είσ' άξιος να κάνεις μια δουλειά σωστά!Τσαπατσούλης μια ζωή!"Συνέχισε ανέκφραστος το τρίψιμο.Μάζεψε προσεκτικά όλα τα κομματάκια και τα έριξε στο κατσαρολάκι.Άνοιξε ένα βιτάμ.Προς στιγμήν σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει πάλι το ψαλίδι αλλά τελικά σκέφτηκε ότι θα ήταν πιο δύσκολο.Πήρε ένα μεγάλο μαχαίρι,τεμάχισε το βούτυρο και το έριξε πάνω απ' την τριμμένη κουβερτούρα,τα ανακάτεψε λίγο και τοποθέτησε το σκεύος μέσα στο νερό της μεγάλης κατσαρόλας,που ήδη είχε αρχίσει να ζεστάινεται.
Στη ζύμη τώρα.Έβγαλε μια μεταλλική ημισφαιρική λεκάνη απ' το ντουλάπι,έσπασε μέσα της τέσσερα αυγά κι άρχισε να τα χτυπάει με το μίξερ.Μια κούπα ζάχαρη,δυο κούπες αλέυρι που φουσκώνει μόνο του,μια κούπα κρέμα γάλακτος."Οι αλχημιστές του μεσαίωνα είναι τιποτένιοι ερασιτέχνες" σκέφτηκε κεφάτος καθώς μετρούσε με ακρίβεια τα υλικά.Μισή κούπα κακάο.Κάτσε,μισή ή ολόκληρη;Πρόστρεξε στο τεφτέρι με τις συνταγές."Αχ κακομοίρη μου!Τι ανακατεύεσαι με δουλειές που δεν ξέρεις;Σκατά θα τα κάνεις,όπως πάντα!".Ορίστε,μισή.Με τελετουργικές κινήσεις σκόρπισε μια πρέζα βανίλια στο μίγμα.Και η δική του πινελιά:τρεις κουταλιές της σούπας κόκκινο ρούμι.
Συνέχισε για λίγο να χτυπά το μίγμα με το μίξερ κι ύστερα γύρισε στην κουβερτούρα.Είχε κιόλας λιώσει.Την ανακάτεψε να γίνει ένα με το βούτυρο.Άρχισε ν' αδειάζει πολύ αργά το περιεχόμενο της μικρής κατσαρόλας μέσα στο μίγμα χτυπώντας το συγχρόνως με το μίξερ.Μέχρι να ομογενοποιηθεί.Να γίνει λείο.Όπως τις γωνίες της ζωής του.
Γέμισε τη φόρμα με το μίγμα και την έβαλε στον φούρνο.Τρία τέταρτα.
Την κρέμα τώρα.2/3 της κούπας κρέμα γάλακτος και δέκα νταμάκια τριμμένης κουβερτούρας.Στη φωτιά μέχρι να λιώσει η σοκολάτα.Ανακάτεμα μέχρι να γίνει το μίγμα λείο.Νάτο πάλι το λείο.Πάντα στη ζωή του ό,τι αγκάθια και γωνίες έβγαιναν μπροστά του,τα λείαινε με σπουδή.Όχι χωρίς κόστος.Σαν τη γάτα που γλείφει τη λίμα.Έσβησε το μάτι και άνοιξε το αποθηκάκι δίπλα στην κουζίνα.Εδώ κάπου ήτανε.Νάτο.Lannate για τις πορτοκαλιές.Η δική του πινελιά.
Έριξε τρεις κουταλιές της σούπας στην κρέμα.Μήπως δεν φτάνει;Έριξε λίγο ακόμα με το μπουκάλι.
Έβγαλε τη κατσαρόλα απ' τη φωτιά και την άφησε να κρυώσει.Κοίταξε τον πάγκο σπαρμένο με αλεύρια,ζάχαρη,σοκολάτα,πασαλειμμένο με σταγόνες απ'τη ζύμη."Κορίτο τά 'κανες πάλι!Αν νομίζεις ότι θα φάω τη ζωή μου για να μαζεύω τις βρομιές σου,είσαι πολύ γελασμένος!".Με αργές,προσεκτικές κινήσεις άρχισε να καθαρίζει.Κοίταξε με προσοχή τα πλακάκια του τοίχου να βεβαιωθεί ότι είναι πεντακάθαρα.Αναμονή τώρα.
Πήγε στην κρεβατοκάμαρα.Σε μια γωνιά ο μόνος πραγματικά δικός του χώρος. Δικός του;Το γνωστό πικρό χαμόγελο ξαναφάνηκε στα χείλη του. Ένα μικρό γραφειάκι με τρία συρτάρια σε κάθετη διάταξη.Άνοιξε το πρώτο συρτάρι κι άδειασε το περιεχόμενό του στο γραφείο.Χαρτιά,σημειώσεις,τετράδια,cd,φλασάκια,χύθηκαν στην επιφάνειά του.Άρχισε να τα ξεχωρίζει.Μνήμες;Ναι.Αλλά τώρα θα τις έβαζε στο καθαρτήριο,θα τις έκανε να θυμίζουν την ζωή ενός άλλου.Αυτού που όλοι τον ήθελαν να είναι.Εκτός ίσως από τον ίδιο.Πικρό χαμόγελο.
Σύντομα δίπλα του φτιάχτηκε ένας σωρός από τσαλακωμένα χαρτιά,σπασμένα cd,πεταμένα φλασάκια.Ουπς!πέρασε η ώρα.
Πήγε βιαστικά στην κουζίνα,άνοιξε τον φούρνο κι έχωσε ένα μαχαίρι στην καρδιά του γλυκού.Καθαρό.Έσβησε τον φούρνο,έβγαλε την φόρμα και την άφησε να κρυώσει.Πίσω στην κρεβατοκάμαρα.
"Δυο μέρες έχω να σε δω.Μου λείπεις." Τσαλάκωμα. Στο καθαρτήριο.
"Θέλω να γαμηθούμε λυσσασμένα,να ξεσκιστούμε."Σε πακέτο άσσος σκέτο.Σκίσιμο.Στο καθαρτήριο.
Cd με φωτογραφίες της ζουμερής συναδέλφου.Με αδαμιαία περιοβολή.Αν εξαιρέσεις το δαντελωτό σλιπάκι.Στο κρεβάτι του ξενοδοχείου.Σπάσιμο.Στο καθαρτήριο.
"Ρε φίλε γιατί μας κάνεις το βαρύ πεπόνι;Για μια γκόμενα δεν αξίζει.Πάρε με,θέλω να βρεθούμε να τα πούμε".Σκίσιμο.Στο καθαρτήριο.
Ο σωρός δίπλα του μεγάλωσε.Έλεγξε άλλη μια φορά το αποστειρωμένο περιεχόμενο των συρταριών και ικανοποιημένος τα έκλεισε.Μάζεψε από κάτω τον σωρό,πήγε στην κουζίνα,άνοιξε το πορτάκι της ξυλόσομπας κι άρχισε να τα ρίχνει λίγα λίγα.Να βεβαιωθεί ότι κάηκαν καλά.Ότι έμειναν μόνο στάχτες. Οι στάχτες του.
Επί το έργον τώρα.Άδειασε την φόρμα σε μια πιατέλα,στρωμένη με απορροφητικό χαρτί,την ξαναγύρισε ανάποδα κι έξυσε με προσοχή την ξεραμένη από το ψήσιμο επιφάνεια του γλυκού.Με το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού έκοψε,με γεωμετρική ακρίβεια,το γλυκό στη μέση οριζόντια.Γέμισε με κρέμα την πάνω επιφάνεια του μισού γλυκού κι εφάρμοσε το άλλο μισό από πάνω του.Με σταθερές κινήσεις γλύπτη άρχισε να το γλασάρει.Ορίστε.Έτοιμο.Θά 'πρεπε να το βάλει στο ψυγείο για μισή ώρα αλλά δεν βαριέσαι,είναι κρύος ο καιρός.
Έκατσε στο τραπέζι,πήρε το σημειωματάριο,κι άρχισε να γράφει:
"Αγάπη μου σού 'φτιαξα το γλυκό που σ' αρέσει.Έβαλα όμως βιολογική σοκολάτα και ίσως έχει λίγο παράξενη γεύση.Φιλιά.Κ."
Τελευταία πράξη τώρα.Ξαναπήγε με αποφασιστικά βήματα στην κρεβατοκάμαρα κι άνοιξε το πάνω μέρος της ντουλάπας.Εκεί,χωμένο δίπλα στα παπλώματα,το δίκαννο του πατέρα του.Skoda,ένα έργο τέχνης.Όχι σουπερποζέ κι άλλες μοντέρνες ανοησίες.Κάθησε στο κρεβάτι,το έβγαλε από τη θηκή και άρχισε να το μοντάρει όπως τον είχε μάθει.Πρώτα την πάπια,μετά την κάννη.Έβγαλε τα δυο φυσίγγια από την εξωτερική τσέπη της θήκης και τα τοποθέτησε στις θαλάμες.Προς στιγμήν το βλέμμα του χάθηκε στο πουθενά,χαϊδεύοντας το όπλο αφηρημένα.Μετά,σαν να ξύπνησε,πήρε μια βαθειά ανάσα,σαν αυτή που μας γεμίζει κουράγιο για να σπάσουμε ένα απόστημα κι έχωσε τις κάννες στο στόμα του.

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Intermission

Στο δρόμο για τη δουλειά.






Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Το μάτι



Μασούλησε αφηρημένα το αφράτο,φρεσκοψημένο,ελάχιστα αλατισμένο,αράπικο φυστίκι.Η γεύση πλημμύρισε το στόμα του.Ούτε που το ένιωσε έχοντας καρφωμένα τα μάτια του στο κενό.
-Τι σκέφτεσαι;
-Μμμ; ...Να,περνούν απ' τα μάτια μου στιγμιότυπα νεανικής αλκής.
-Νεανικής τί;!
-Στιβαροί εφηβικοί βραχίονες,κοσμημένοι με σφύζοντες μυς,που συσπώνται αργά σχηματίζοντας όρη και κοιλάδες,καλυμμένοι με απαλό δέρμα που γυαλίζει απ΄τον ιδρώτα,λεπτοκαμωμένοι αλλά γεροφτιαγμένοι καρποί,που κινούνται με χάρη,ακολουθούμενοι από μακριά λεπτά δάκτυλα σε χορευτικές κινήσεις,μηροί σμιλευτοί,σφριγιλοί,παλλόμενοι όλο ενέργεια,που καταλήγουν σε όμορφα γόνατα και ακολουθούνται από ίσιες,καλαίσθητες γάμπες και γερά αλλά λεπτοδουλεμένα πόδια.Κοιλιές απέριττες,με τον αφαλό σκάνδαλο της επιπεδότητάς τους,στήθη γυναικεία που υπόσχονται ζωή και αντρικά που μαρτυρούν δύναμη,λαιμοί λυγεροί,μάτια υγρά,ελαφίσια-κι εκείνες οι μικρές σταγονίτσες στο πάνω χείλος...
-Σ' έπιασε πάλι το ποιητικό σου...
-Μμμ;...Κι αρχίζουν όλα να μπαίνουν στη θέση τους,να συναρμολογούνται,νάτοι τώρα μπροστά μου,όμοιοι θεοί και κοιτάζονται στα μάτια και αγγίζονται και ω τι φρίκη! κάθε άγγιγμα χειρουργική τομή,επίμονη και ακριβής,το δέρμα ανοίγει,το αίμα,διστακτικό στην αρχή,βρίσκει τον δρόμο του,σχηματίζει μικρά ρυάκια χρωματίζοντας τους παλλόμενους μυς,τα αγγίγματα συνεχίζονται,τα βλέμματα σταθερά,επίμονα,το ένα μέσα στο άλλο και...ω!...όλα χάνονται μέσα σε μια έκρηξη κόκκινου.Ω θεέ μου!
-Μπούμπλε μπούμπλε...
-Ζωή,τι έχεις;!Κλαις;!
-Σε ξεματιάζω.Παλιό μάτι έχεις,φίλε μου.Κι από άντρα κι από γυναίκα.Παλιό και βαρύ.

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Γεύσεις





Πήρε το μικρό αμύγδαλο στα χείλη του κι άρχισε να το πιπιλάει ηδονικά,με απόλαυση.Δεν τον ενδιέφερε αν τον έβλεπαν και τί θα έλεγαν.Α όλα κι όλα.Αυτό το γλυκό θα το γευόταν όπως ο ίδιος ήθελε,ως γνήσιος γκουρμέ που ήταν.Δεν θ' άφηνε καλούς τρόπους κι ευγένειες να τον εμποδίσουν.Έβγαλε τη γλώσσα του και με την κορυφή της άνοιξε τη σάρκα του γλυκού.Κανελλογαρύφαλλο και γιασεμί.Κι αυτό το κάτι άλλο.Έκλεισε τα μάτια του αναρριγώντας από ηδονή.Με τη γλώσσα του άρχισε να σμιλεύει το άνοιγμα.Γεύση περγαμόντο πλημμύρισε το στόμα του.Συνέχισε να αναδεύει παθιασμένα τη γλώσσα του μέχρι που ένιωσε την πλησμονή της γεύσης να παραλύει τις γευστικές του κάλυκες.Ξαναπήρε το αμύγδαλο στα χείλη του.Έχωσε τον δείκτη και τον μέσο στη σάρκα του γλυκού κι άρχισε να τους πασαλείβει φρενιασμένα,πιπιλώντας συγχρόνως το αμύγδαλο.Έγλειψε τα δάκτυλά του.Κυδώνι κι αρμπαρόρριζα.Ξανάχωσε τα δάκτυλά του και συνέχισε πιο παθιασμένα.Όταν πια το γλυκό άρχισε να λιώνει και τα σιρόπια να τρέχουν παντου,δεν άντεξε.Άνοιξε όσο μπορούσε το στόμα του και το άρπαξε,ρουφώντας ξέφρενα τους χυμούς του,λιώνοντάς το με τη γλώσσα.Δεν ξεχώριζε πια γεύσεις και αρώματα.Μέσα στο κεφάλι του μια λάμψη τα ένωσε όλα στην υπέρτατη γευστική και οσφρητική απόλαυση.Έγειρε αποκαμωμένος.Αυτά τα γλυκά θα ήταν η καταστροφή του.

[Ποστ κατόπιν παραγγελίας]

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Salame di cinghiale


"Αν πας ταξίδι,περιμένω φωτογραφίες" μου είπε.Και δεν μπορούσα να αρνηθώ.Δεν είμαι βέβαια Γιάννης Μπεχράκης ούτε καν Τσαλαπετεινός.Έτσι,σκουπίζοντας βιαστικά τα δάχτυλα από τα σαλάμια αγριογούρουνου και τα pecorino tartuffo,κατάφερα να πατήσω μερικές φορές το κουμπί της μηχανής.Κι αν οι φωτό δε λένε και πολλά,δεν φταίω εγώ.Οι χορταστικές γουλιές του vino santo ή οι κοφτές ρουφηξιές grappa φταίνε.Άντε καλή χρονιά.Κι από Δευτέρα τελειώνουνε τα ψέμματα.