Ξεκίνησε από εδώ:
Και κατέληξε εδώ:
Τελικά το πλέον δυσεπίλυτο μαθηματικό πρόβλημα είναι η μέτρηση του όγκου του cocoon μας.
Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011
Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011
Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011
Αγαπητή φίλη...
(Πίνακας του Απόστολου Γεωργίου)
Προσπαθώντας να σχολιάσω το τελευταίο ποστ τη ς φίλης Elva,μου προέκυψε πανωσέντονο και αποφάσισα να το προαγάγω σε ποστ.Ελπίζω να μου συγχωρήσει η φίλη συνμπλόγκερ την απρέπεια του σχολιασμού δι αναρτήσεως αλλά ένιωσα την ανάγκη.
Όχι,δεν ελπίζουμε τίποτα.Σερνόμαστε μηχανικά απ' το σπίτι στη δουλειά-όσοι έχουν-κι από 'κεί στο σπίτι.Όχι για να ζήσουμε,για να δημιουργήσουμε αλλά από συνήθεια.Ακόμα και το άγχος πληρωμής των λογαριασμών μας μειώνεται,όχι γιατί έχουμε να πληρώσουμε αλλά γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι αυτό.Πριν λίγο καιρό ανασκουμπωνόμασταν για να βοηθήσουμε τους κοντινούς που τους χτύπησε η θύελλα.Τώρα τους κοιτάμε με βλέμμα απλανές,βλέμμα λοβοτομημένου.Έχετε δει γάτα στριμωγμένη στην γωνία από άνθρωπο;Μόλις πιστέψει ότι δεν υπάρχει δρόμος διαφυγής κουλουριάζεται,παραδομένη,περιμένοντας καρτερικά το μοιραίο χτύπημα.Αυτό είμαστε.Γάτες παραδομένες.Η θεωρία του σοκ σε όλο της το μεγαλείο.Το χιούμορ στέρεψε.Η ειρωνεία φαντάζει εκπρόθεσμη.Μόνο η λέξη "όνειρο" μπορεί να προκαλέσει πικρό καγχασμό.
Λέτε να ξεσηκωθούμε να διώξουμε τους νεοφιλελεύθερους του ΠΑΣΟΚ.Να ξεσηκωθούμε.Να τους διώξουμε.Να διώξουμε και τους άλλους της ΝΔ και του ΛΑΟΣ.Άντε και τους διώξαμε.Μετά;Η κουβέντα θυμίζει σκύλο που κυνηγάει αυτοκίνητο.Άντε και τό 'πιασε.Μετά τι θα το κάνει;
Δεν φταίνε μόνον το ΠΑΣΟΚ,η ΝΔ,το ΛΑΟΣ.Και οι άλλοι αποτυχημένοι είναι.Στο δικό τους πεδίο.Ποιο όραμα,ποια διέξοδο πρόσφεραν για συσπείρωση του κόσμου;Και τα δυο μεγάλα κόμματα της αριστεράς φρόντισαν να καταστήσουν βιώσιμες τις επιχειρήσεις τους,απολύοντας και κατόπιν λοιδορώντας τους εργαζομένους.Αρχή άνδρα δείκνυται.Λυπάμαι.Τα οράματα που επαγγέλονταν φαντάζουν σκέλεθρα,εγωιστικές αυταπάτες.Δεν έχουμε πια χρόνο γι αυτά.Ζούμε την πραγματικότητα.
Όλοι αυτοί δεν μας αφορούν.Ακόμα κι αυτοί που τους υποστηρίζουν από κεκτημένη ταχύτητα και συνήθεια το κάνουν.Πού και πού ξεφεύγει ένα αθέλητο γαμοσταυρίδι ανάμεσα στα δόντια.Και συνεχίζουν με την επιμονή του ζόμπι τον δρόμο προς το τίποτα.
Τα χτυπήματα δεν έρχονται απ' αυτό το θέατρο σκιών.Έξωθεν έρχονται.Άλλοι προσπαθούν να σώσουν τα πήλινα πόδια τους κι άλλοι τις αυτοκρατορίες τους.Και,ως γνωστόν,όταν παλεύουν τα βουβάλια την πληρώνουν τα βατράχια.Να άλλη μια ζωντανή μεταφορά:δεν είμαστε μόνον παραδομένες γάτες αλλά και βατράχια προς πολτοποίηση.Κι είναι τέτοια η απελπισία που όλο και πιο συχνά γίνονται κουβέντες για φευγιό-έστω και θεωρητικές.
Μπορεί αλλού η ζωή να συνεχίζεται αλλά εδώ φαίνεται να έχει αποκτήσει ημερομηνία λήξης.
Γι αυτό σας λέω...
Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011
Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011
Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011
Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011
Σωτηρίες
Le désespoir est assis sur un banc
Dans un square sur un banc
Il y a un homme qui vous appelle quand on passe
Il a des binocles un vieux costumes gris
Il fume un petit ninas il est assis
Et il vous appelle quand on passe
Ou simplement il vous fait signe
Il ne faut pas le regarder
Il ne faut pas l'écouter
Il faut passer
Faire comme si on ne le voyais pas
Comme si on ne l'entendais pas
Il faut passer presser le pas
Si vous le regardez
Si vous l'écoutez
Il vous fait signe et rien ni personne
Ne peut vous empêcher d'aller vous asseoir près de lui
Alors il vous regarde et sourit
Et vous souffrez attrocement
Et l'homme continue de sourire
Et vous souriez du même sourire
Exactement
Plus vous souriez plus vous souffrez
Atrocement
Plus vous souffrez plus vous souriez
Irrémédiablement
Et vous restez là
Assis figé
Souriant sur le banc
Des enfants jouent tout près de vous
Des passants passent
Tranquillement
Des oiseaux s'envolent
Quittant un arbre
Pour un autre
Et vous restez là
Sur le banc
Et vous savez vous savez
Que jamais plus vous ne jouerez
Comme ces enfants
Vous savez que jamais plus vous ne passerez
Tranquillement
Comme ces passants
Que jamais plus vous ne vous envolerez
Quittant un arbre pour un autre
Comme ces oiseaux.
Il y a un homme qui vous appelle quand on passe
Il a des binocles un vieux costumes gris
Il fume un petit ninas il est assis
Et il vous appelle quand on passe
Ou simplement il vous fait signe
Il ne faut pas le regarder
Il ne faut pas l'écouter
Il faut passer
Faire comme si on ne le voyais pas
Comme si on ne l'entendais pas
Il faut passer presser le pas
Si vous le regardez
Si vous l'écoutez
Il vous fait signe et rien ni personne
Ne peut vous empêcher d'aller vous asseoir près de lui
Alors il vous regarde et sourit
Et vous souffrez attrocement
Et l'homme continue de sourire
Et vous souriez du même sourire
Exactement
Plus vous souriez plus vous souffrez
Atrocement
Plus vous souffrez plus vous souriez
Irrémédiablement
Et vous restez là
Assis figé
Souriant sur le banc
Des enfants jouent tout près de vous
Des passants passent
Tranquillement
Des oiseaux s'envolent
Quittant un arbre
Pour un autre
Et vous restez là
Sur le banc
Et vous savez vous savez
Que jamais plus vous ne jouerez
Comme ces enfants
Vous savez que jamais plus vous ne passerez
Tranquillement
Comme ces passants
Que jamais plus vous ne vous envolerez
Quittant un arbre pour un autre
Comme ces oiseaux.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






