Διακρίσεις του μπλογκ

1.Ποστ-αφιέρωμα από την Theorema.

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Λεμονόκηπος


Με λένε Φλωράνς και είμαι η ιδιοκτήτρια ενός καφενείου στο κέντρο της Οστάνδης. Η Οστάνδη είναι από τις πιο γραφικές πόλεις του Βελγίου, γι’ αυτό και πολλοί Φλαμανδοί ζωγράφοι την επέλεξαν για θέμα στους πίνακές τους. Η απέραντη παραλία της πόλης μου απλώνεται λυπημένη και αμμώδης και, λίγο πιο μέσα, η Βόρεια Θάλασσα έχει πάντοτε εκείνο το μελαγχολικό γκριζογάλανο χρώμα που δανείζεται από τον ουρανό και τα βαριά σύννεφά του. Κάποιος πελάτης μου είχε πει μια μέρα πως η θάλασσα είναι ο καθρέφτης του ουρανού, γι’ αυτό και έχει πάντα το ίδιο χρώμα με κείνον. Μου φάνηκε παράξενο, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Έκτοτε, κάθε φορά που κοιτάζω τη θάλασσα ξέρω πως είναι σα να κοιτάζω ταυτόχρονα τον ουράνιο καθρέφτη της και τότε νιώθω σα να γνωρίζω ένα πολύτιμο μυστικό.

Το καφενείο μου ονομάζεται «Λούβρο». Στο Παρίσι δεν έχω πάει ποτέ, ελπίζω όμως να κάνω αυτό το ονειρεμένο ταξίδι μόλις βγω στη σύνταξη. Από μικρή σχεδίαζα φανταστικά ταξίδια και περιπλανήσεις σε άγνωστους τόπους, συναντήσεις με μυστηριώδεις ξένους, περιπετειώδεις εξερευνήσεις σε τροπικά δάση και αχανείς πρωτεύουσες. Με τις σκέψεις και τα λόγια έχτιζα ανώγεια και κατώγεια, που λέει και μια ελληνική παροιμία. Κοντεύω τα εξήντα και από το Βέλγιο δεν έχω ξεμυτίσει ούτε μία φορά. Δεν παραιτούμαι όμως. Κάποια μέρα θα κάνω το γύρο του κόσμου ξεκινώντας από το Λούβρο, όπως ο Γκράχαμ Γκριν που έφτανε από τις Βρυξέλλες στη Βιέννη διασχίζοντας το Παρίσι.

Το μαγαζί ανοίγει κάθε μέρα στις επτά. Έρχομαι πρώτη, στήνω τις καρέκλες και ξεσκονίζω τα τραπέζια. Ανοίγω τα μεγάλα τζαμωτά παράθυρα να αεριστεί ο χώρος και να φύγει η τσιγαρίλα της νύχτας. Μου αρέσει η ησυχία του πρωινού, την απολαμβάνω. Μετά σφουγγαρίζω, μοιράζω τα τασάκια στα τραπέζια κι ανάβω τη μηχανή του καφέ να ζεσταίνεται. Κατά τις επτάμισι αρχίζουν να καταφθάνουν οι πρώτοι πελάτες. Οι κοπέλες μου με βοηθάνε, η Νέλλυ και η Λώρα, πιάνουν δουλειά στις οκτώ. Νωρίτερα δεν έχει κόσμο, δεν τις χρειάζομαι. Ο καιρός είναι συνήθως βροχερός, χειμώνα καλοκαίρι, και λίγο πριν πιάσουν δουλειά οι γείτονες περνάνε για μια καλημέρα κι ένα ζεστό καφέ. Καμιά φορά μπαίνει και κανένας περαστικός, σπάνια όμως. Πότε πότε σερβίρω και κάνα κρουασάν ή τίποτα κέικ, αν τύχει κι είμαι ξεκούραστη το βράδυ και προλάβω να καταπιαστώ με την κουζίνα. Έτοιμα δεν παίρνω ποτέ, δεν έχουν γεύση. Κυρίως όμως σερβίρω καφέδες και μπίρες.

Χτες το πρωί, με το που τελείωσα το μάζεμα του μαγαζιού κι είχα μόλις ανάψει την καφετιέρα ήρθε ο Ερρίκος. Είναι ο ένοικος του τρίτου ορόφου, συγγραφέας και φίλος. Κατεβαίνει καθημερινά με τα χαρτιά και τα μολύβια του και παραγγέλλει τον καφέ του στο γωνιακό τραπεζάκι, το πιο ήσυχο. Άπλωσε τα τεφτέρια και τα βιβλία του και, όπως πάντα, έστριψε τσιγάρο και στράφηκε προς το πάρκο. Η θέα έξω από τη τζαμαρία ήταν όμορφη. Η μέρα είχε φέξει για τα καλά και ο αέρας βούιζε σκορπίζοντας παντού ξερά φύλλα και κλαράκια από τα δέντρα. Σέρβιρα τον καφέ με τις τρεις ζάχαρες στον Ερρίκο και κάθισα δίπλα του στον ξύλινο πάγκο. Μείναμε για λίγη ώρα να χαζεύουμε το σκουπιδιάρικο που άδειαζε τους κάδους και μετά ανταλλάξαμε δυο τρεις λέξεις για το βιβλίο του. Ο Ερρίκος γράφει ένα μυθιστόρημα. Μέσα εκεί λέει για τη γυναίκα του που τον άφησε πριν δυο χρόνια κι έφυγε για τη Γερμανία μαζί με έναν εικοσάχρονο φοιτητή του από το πανεπιστήμιο. Μεγάλος καημός αυτή η γυναίκα, καταστροφή. Από τότε παράτησε τα μαθήματα και γράφει βιβλία. Για την ακρίβεια, ξεκίνησε να γράφει το συγκεκριμένο βιβλίο και, απ’ ό, τι φαίνεται, μέχρι το τέλος με δαύτο θα παλεύει.

Το μαγαζί γέμισε κατά τις εννιά, και τα κορίτσια δεν προλάβαιναν να σερβίρουν μπίρες και καφέδες. Οι περισσότεροι ζητάνε συνήθως μπίρα, παρόλο που είναι πρωί. Τα βαρέλια δεν ησύχαζαν, οι κάνουλες τρέχανε συνεχώς. Εγώ προτιμώ να εξυπηρετώ στον πάγκο, γιατί είναι λιγότερο κουραστικό και τώρα με τους κιρσούς τα πόδια μου δε βαστάνε. Η πόρτα άνοιγε κάθε τόσο κι άλλος έβγαινε άλλος έμπαινε, σε δουλειά να βρισκόμαστε. Ο Ερρίκος είχε τελειώσει προ πολλού τον καφέ του κι έπινε ήδη το τρίτο κονιάκ της ημέρας. Όπως πάντα, ήξερα πως μέχρι το μεσημέρι θα κατέβαζε ολόκληρο το μπουκάλι. Όταν τον είδα να βάζει το χέρι του την τσέπη δεν φαντάστηκα. Νόμισα πως έψαχνε το σακουλάκι με τον καπνό και τα τσιγαρόχαρτα ή έστω το σημειωματάριό του, ένα βιβλιαράκι γεμάτο μουτζούρες που όλο το ξεφύλλιζε σκεπτικός. Δεν φαντάστηκα.

Κόντευε πια μεσημέρι. Η Λώρα είχε καταπιαστεί με την καφετιέρα και η Νέλλυ μοίραζε παγωμένα ποτήρια και μπουκάλια στους πελάτες. Εγώ σέρβιρα στον πάγκο και μάζευα τα ποτήρια και τα φλιτζάνια στο νεροχύτη. Ο Ερρίκος έπινε με νευρικότητα και φαινόταν κάπως ανήσυχος. Έξω ο αέρας λυσσομανούσε και κάθε που μπαινόβγαινε κάποιος ένα παγωμένο κύμα όρμαγε σαν σίφουνας. Το μαγαζί ήταν σχεδόν γεμάτο και η καπνίλα άρχιζε να με τσούζει στα μάτια. Πέρασα ανάμεσα στους θαμώνες και άνοιξα την πόρτα να πάρουμε αναπνοή. Χαιρέτισα τον καραφλό Τούρκο στο απέναντι σουβλατζίδικο και στάθηκα στο κατώφλι να πω μια καλημέρα στη Νίκη τη μανάβισσα που πέρναγε με το σκύλο της για την αγορά. Οι πάγκοι της λαϊκής ήταν από νωρίς στημένοι στην πλατεία και οι πωλητές διαλαλούσαν την πραμάτεια τους με δυνατή φωνή. Κοίταξα τα κατακόκκινα μήλα και τις φρέσκιες αγκινάρες, τα δροσερά σπανάκια και τα σέλινα στα καφάσια. Ένιωσα τυχερή για εκείνη τη μικρή στιγμή που ήμουν ζωντανή και κοίταζα όλα αυτά τα αγαθά της γης απλωμένα μπροστά μου. Παρόλο τον παλιόκαιρο η λαϊκή είχε κόσμο. Ξαναμπήκα στο μαγαζί κλείνοντας πίσω μου την πόρτα ξυλιασμένη.

Αγαπώ τη ζωή και πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι θα έπρεπε να είναι ευγνώμονες για το θείο δώρο που τους χαρίστηκε. Όποιος αξιώθηκε να γεννηθεί στη γη θα έπρεπε να γνωρίζει πόσο τυχερός είναι και να προσπαθεί να ζει τη ζωή του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Με σέβας, αισιοδοξία, κόπο για κάτι καλύτερο. Η ζωή είναι ωραία και μακάρι να μπορούσε να διαρκέσει όσο περισσότερο γίνεται για όλους. Όταν ακούστηκε ο εκκωφαντικός θόρυβος από το γωνιακό τραπέζι το μαγαζί πάγωσε. Σαν να έγινε σεισμός όχι κάτω από τα πόδια μας μα μέσα στα αυτιά μας. Γυαλιά από τη τζαμαρία πετάχτηκαν ολόγυρα, κάποιοι πέσανε στο πάτωμα έντρομοι παρασέρνοντας ποτήρια, άλλοι έσκυψαν να καλυφθούν κάτω από το τραπέζι τους, τα κορίτσια έμπηξαν τις φωνές και όλοι μαζί στραφήκαμε έντρομοι προς το σημείο του πανικού. Ο Ερρίκος ήταν πεσμένος στον ξύλινο πάγκο. Τα μυαλά του ήταν χυμένα στο κάθισμα, ανάκατος εγκέφαλος με αίμα και μαλλιά. Κραυγές και πανικόβλητες λέξεις ακούγονταν από παντού, ένας παγωμένος τρόμος κυρίευσε το χώρο. Ο κόσμος ξεχυνόταν όπως όπως έξω από το μαγαζί. Έτρεξα προς το μέρος του και στάθηκα πανικόβλητη μπροστά του. Το θέαμα και η μυρωδιά από τον πυροβολισμό και το φρέσκο αίμα μου έφεραν αναγούλα. Βρέθηκα να ξερνάω δίπλα στο κομματιασμένο κεφάλι του φίλου μου κλαίγοντας με λυγμούς και τρέμοντας σαν ψάρι.

Στο τραπεζάκι του Ερρίκου βρέθηκε, εκτός από το μισοτελειωμένο του κονιάκ και το πακέτο με τον καπνό του, ένα βιβλίο γερμανικής ιστορίας που δίδασκε στο πανεπιστήμιο, ένα μολύβι Faber Kastel, μερικές άγραφες σελίδες από μπλοκ με γραμμές και το τεφτέρι του, χωμένο κάτω από μια ντάνα μουτζουρωμένες σελίδες γεμάτες σημειώσεις και αφηρημένα σχέδια. Λίγο πιο πέρα έχασκε άδειο ένα πακετάκι από τσιγαρόχαρτα Drum. Οι έρευνες της αστυνομίας έδειξαν πως, φυσικά, επρόκειτο για αυτοκτονία και η σωρός του Ερρίκου μεταφέρθηκε στη Γάνδη, όπου και αποτεφρώθηκε παρουσία κάποιων συγγενών και κάνα δυο φίλων. Την ώρα που το φέρετρο τυλιγόταν στις φλόγες σκέφτηκα πως, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, στην τελευταία μουτζουρωμένη σελίδα της ντάνας του υπήρχε γραμμένη με μεγάλα μαύρα γράμματα η λέξη «Τέλος». Το μυθιστόρημα του Ερρίκου είχε ολοκληρωθεί εκείνο το μεσημέρι. Μαζί με αυτό και η ζωή του.

Η ζωή είναι δώρο. Ποιος μπορεί όμως να την αντέξει όταν έχει γίνει πια ένα απάνθρωπο μαρτύριο που πονά και υπενθυμίζει κάθε στιγμή το θάνατο; Ποιος είναι τόσο σοφός και αρκετά δυνατός για να υπομένει τα χτυπήματά της καρτερικά και με ανεξάντλητο θάρρος; Ο Ερρίκος έγραψε τέλος και δραπέτευσε μέσα από τη τζαμαρία του Παρατατικού της ζωής του εκείνο το χειμωνιάτικο μεσημέρι, αφήνοντας πίσω του ένα μυθιστόρημα και μερικά κόκκινα σημάδια στο ξύλινο πάτωμα του καφενείου «Λούβρο», στο κέντρο της Οστάνδης. Εγώ λέω να βγω πρόωρα στη σύνταξη και να αφήσω το μαγαζί στις κοπέλες. Είναι καιρός να ξεκινήσω εκείνο το πολυπόθητο ταξίδι στον κόσμο, σαν τον Γκράχαμ Γκριν που έφτανε από τις Βρυξέλλες στη Βιέννη διασχίζοντας το Παρίσι. Ήρθε πια η ώρα να επισκεφτώ το Λούβρο, να περιπλανηθώ σε ξένους τόπους, να κουβεντιάσω με αγνώστους για το δώρο της ζωής που ονειρεύομαι να ζήσω και για ένα φίλο συγγραφέα που σταμάτησε να ζει, μιλώντας τους γι’ αυτόν σε χρόνο Ενεστώτα.


Μην το χάσετε!( Θά 'χετε να κάνετε μαζί μου!)

12 σχόλια:

  1. Ε αυτό πια!!! Με αφήσατε ενεή! Δεν ξέρω τι να πω...
    Μεσιέ Σελιτσάνε, δεν αντέχω να σας πω ευχαριστώ, θα ήταν πολύ λίγο! Επιτρέψτε μου απλώς να σας το κάνω δώρο, με ένα ζωγραφιστό λεμόνι (ακουαρέλα, παστέλ ή ξυλομπογιά προτιμάτε? το εννοώ!) αντί για αφιέρωση στην πρώτη σελίδα!
    Χαμογελάω μπροστά στην οθόνη και κάνω κάπου δέκα λεπτά να γράψω την κάθε λέξη...
    Με διαλύσατε, μου κάνατε τη μέρα κοκτέηλ λεμόνι, και όπως ενδέχεται να έχετε καταλάβει, δεν ξεχνώ...
    Τα σέβη μου και μύρια άλλα :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. (κι επίσης, τι απίστευτη σύμπτωση: διαλέξατε το πρώτο διήγημα του βιβλίου, παρόλο που στο μπλογκ δεν έχουν δημοσιευτεί τα άπαντα!!!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @Μανος

    Έτσι μπράβο!

    @theorema

    Χμ...Πάντα μου άρεσαν οι ακουαρέλες.

    (Δεν θα στγχωρούσα τον εαυτό μου αν δεν το έπραττα.Βλέπετε,διάφοροι γράφουν διάφορα,τόσο στο διαδίκτυο όσο και δεξιά αριστερά και φτάνουν και να εκδίδουν τα γραπτά τους,με μόνο αποτέλεσμα την καταστροφή των δασών του Αμαζονίου.Εδώ-κατά το ταπεινό λογοτεχνικό μου κριτήριο-υπάρχει κάτι διαφορετικό.Αξίζετε περισσότερα.)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ανάσα μέσα στην κοινοτυπία και τα δήθεν

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. (Το Hotmail σας το τσεκάρατε? Ή πάλι κόλπα μου κάνει? :-)

    Σας ευχαριστώ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @MenieK

    Ξέρω ότι είστε απαιτητική αναγνώστρια.Νομίζω ότι πρέπει να το δοκιμάσετε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Αφου το λεει ο δρ Σελιτσανος κατι θα ξερει!

    Μα γιατι σας εχω εγω τετοια εμπιστοσυνη; Πως το εξηγειτε,εσεις, αυτο γιατρε μου; ;))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. @Elva

    Τι να σας πω.Πρέπει να το κοιτάξετε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. @Elva

    Τι να σας πω.Πρέπει να το κοιτάξετε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. ανάσα μέσα στην κοινοτυπία και τα δήθεν

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Ε αυτό πια!!! Με αφήσατε ενεή! Δεν ξέρω τι να πω...
    Μεσιέ Σελιτσάνε, δεν αντέχω να σας πω ευχαριστώ, θα ήταν πολύ λίγο! Επιτρέψτε μου απλώς να σας το κάνω δώρο, με ένα ζωγραφιστό λεμόνι (ακουαρέλα, παστέλ ή ξυλομπογιά προτιμάτε? το εννοώ!) αντί για αφιέρωση στην πρώτη σελίδα!
    Χαμογελάω μπροστά στην οθόνη και κάνω κάπου δέκα λεπτά να γράψω την κάθε λέξη...
    Με διαλύσατε, μου κάνατε τη μέρα κοκτέηλ λεμόνι, και όπως ενδέχεται να έχετε καταλάβει, δεν ξεχνώ...
    Τα σέβη μου και μύρια άλλα :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή